Ρήμα: φουμπουκέω-φουμπουκώ (και φουμπουκόω-ώ, ενίοτε) παρατ. φουμπούκωνα, αορ. φουμπούκωσα, μελ. φουμπουκώσω, μτχ παρακ. φουμπουκώς, -υία, ός, παρακ. έχω φουμπουκώσει, υπερσντ. είχα φουμπουκώσει. Παραγωγα: φουμπουκισμένος, -η, -ο, επιθ. τριγ. τρικατλκ. σημαίνει τον/την συγχιζόμενο/η εντός φουμπούκ. φουμπουκωτός, -ή, -ό, επιθ. τριγ. τρικατλκ, σημαίνει αυτόν/ήν που επιβάλλει την τάξη εντός φουμπούκ ή και εκτός, αν παραστεί ανάγκη.
___________________
γράφτηκε στις 18 Αυγούστου 2015 στο f/b
Τετάρτη, Αυγούστου 23, 2023
1.408 το μεγάλο φουμπούκωμα!
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)



This is a FunEL










Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου