Σάββατο, Ιουλίου 12, 2008

312. παράθυρο σε λιμάνι


θέλω παράθυρο να βλέπει σε λιμάνι
ηλιοβασίλεμα τη θάλασσα να ανάβει
ένα παλιό σκαρί -αργόσυρτο καράβι-
κι ο επιβάτης του συνέχεια να το χάνει

να μένει ξέμπαρκος και γύρω τα μπαγκάζια
χαμένος κι άφραγκος να αράζει σε παγκάκι
νερό, κουλούρι, λιγοστό τυράκι,
ίσα να τρώει για να μη σώνονται τα γκάζια

από το παράθυρο να στέλνω περιστέρι
με φόρτωμα δυο ρώγες τραγανό σταφύλι
-δρόσισμα ολόγλυκο σε στεγνωμένα χείλη-
κι ένα διμούτσουνο για την καρδιά μαχαίρι

Τι θες να ζεις εσύ που μένεις στο λιμάνι;
Τι θες να δείξεις; Μήπως δεν σε νοιάζει;
Ρίξτο από το μούτρο σου, πέταξε το μαράζι!
Ο ουρανός είναι κι αυτός ένα ταβάνι!

τέτοια να λέω κι άλλα λόγια -κάπως έτσι-
να δίνω ελπίδα και φωτιά όπου δεν έχει
λόγια ομπρέλες, δυστυχία όταν βρέχει,
Πάσχα να γίνεται, με αρνί και κοκορέτσι.

Παρασκευή, Ιουλίου 04, 2008

311. το ταξίδι

«Ζαλίζομαι» είπα, «ζαλίζομαι, σταμάτα» κι εκείνος σταμάτησε το αυτοκίνητο κι άνοιξα την πόρτα και ξάπλωσα στο χορτάρι. Δεν ξέρω αν με κοίταξε, είχα κλειστά τα μάτια και τα διατηρούσα κλειστά, δεν άνοιγαν με τίποτα. Ούτε όταν ένοιωσα να σκύβει πάνω μου να δει τι συμβαίνει, τι έπαθα κι έπεσα ξερή, άνοιξαν. «Μέθυσες με λίγο τσίπουρο;» ρώτησε γελώντας, αλλά δεν απάντησα. Το χώμα κάτω από το σώμα μού έδινε κουράγιο με τη σταθερότητά του. Σίγουρα, δεν έφταιγαν τα δυο τρία τσιπουράκια, σίγουρα η μέθη δεν προερχόταν από αυτά. Η παρουσία του δίπλα μου τόσην ώρα μάλλον ήταν ο πρόξενος της ζάλης.
Συνήλθα σχετικά σύντομα και συνεχίσαμε το ταξίδι.


Κυριακή, Ιουνίου 22, 2008

310. Το ψυγείο


Πρώτα, έφυγαν τα τζάμια.
Δεν έσπασαν, χάθηκαν,
έπαψαν να υπάρχουν.

Δεν ακούστηκε τίποτα, ούτε φύσηξε αέρας,
ούτε άλλαξε η θερμοκρασία
των δωματίων.

Καταλάβαμε πως έφυγαν τα τζάμια,
επειδή μπορούσαμε να βλέπουμε
πιο καθαρά
έξω.

Κατόπιν, έφυγαν οι τοίχοι. Εξαερώθηκαν.
Ούτε σκόνη, ούτε θόρυβος,
ούτε γκρεμίδια.

Χάθηκαν οι τοίχοι και μείναν
τα τζαμλίκια
να αιωρούνται ανάμεσα πάτωμα και ταβάνι.


Κατάλευκα,
με τα πόμολα στη θέση τους,
κλειστά.

Επειτα, ήρθε η σειρά των υποστυλωμάτων.
Χάθηκαν κι αυτά.

Πάει το μπετόν, πάνε και τα σίδερα.
Σαν να μην υπήρξαν ποτέ.


Εμειναν το πάτωμα και το ταβάνι
να αιωρούνται
Χωρίς θεμέλια, γιατί
-ξέχασα να πω-
το σπίτι ξεθεμελιώθηκε σε μια στιγμή,
σαν να το τράβηξε
ένα χέρι αόρατο
προς τα πάνω.


Ξαφνιάστηκα και κοίταξα γύρω μου και είδα:
Ολα τα σπίτια του κόσμου
είχαν βρεθεί διαμιάς στην
ίδια κατάσταση.

Πατώματα και ταβάνια να κολυμπούν
στον αέρα
Κατάλευκα κουφώματα να αιωρούνται
ανάμεσά τους, λες καρφωμένα στο πουθενά,
κι οι άνθρωποι να συνεχίζουν τις δουλειές τους
σαν να μη συνέβη τίποτα.


Να δουλεύουν στα γραφεία τους,
να κοιμούνται στα κρεβάτια τους,
μια νοικοκυρά να πλένει πιάτα
στο νεροχύτη,
ένα νήπιο να κάνει στράτα στο σαλόνι,
μια γριά να πλέκει
στην κουνιστή της πολυθρόνα.


Κανείς δεν αντιλαμβανόταν τον κίνδυνο.

Αν φύσαγε δυνατός αέρας;
Αν έπιανε μπόρα;
Αν πέφταν κεραυνοί;
Αν η ζέστη γινόταν αφόρητη;
Πώς θα προστατευόμασταν;

Τηλεφώνησα σε φίλους, να μάθω
τη γνώμη τους γι αυτή την κατάσταση.

- Ποια κατάσταση; με ρωτούσαν όλοι.
- Μα δεν βλέπετε; Δεν βλέπετε πως όλα είναι στον αέρα;
- Πάντα έτσι ήταν, απαντούσαν, δεν βλέπουμε καμία διαφορά.


Τότε αποφάσισα να βγω έξω. Ανοιξα την πόρτα, παρόλο που δεν υπήρχε τοίχος να με εμποδίσει να περάσω. Ανοιξα την πόρτα. Η εξώπορτα ανοίγει πάντα προς τα μέσα, προς το εσωτερικό του σπιτιού. Η εξώπορτα άνοιξε, αλλά ήταν αδύνατο να βγω. Το βήμα μου βρήκε σε ένα τείχος αόρατο. Απλωσα τα χέρια και ένιωσα μια δύναμη να με απωθεί. Επέστρεψα μέσα. Πήγα να βγω από τον ανύπαρκτο τοίχο. Εκεί, η απώθηση ήταν πιο δυνατή, σαν να με έσπρωξε κάποιος δυνατά. Βρέθηκα πεσμένη στη μέση του δωματίου και, πάλι καλά που δεν έσπασα κάνα κόκκαλο. Ημουν παγιδευμένη μέσα σε ένα σπίτι, φαινομενικά ελεύθερο από όλες τις πλευρές. Πήγα στην κουζίνα. Ανοιξα το ψυγείο. Μπήκα μέσα. Εδώ είναι το σπίτι μου τώρα. Αν και κάπως στενάχωρα, νιώθω ασφαλής. Ανοιγοκλείνω την πόρτα όποτε θέλω, κόβω βόλτες στα δωμάτια, αποφεύγω να βλέπω προς τα έξω.
Μια φορά που κοίταξα, είδα ένα διανομέα ψυγείων. Κάθε άνθρωπος και το ψυγείο του, από δω και μπρος. Ετσι πρέπει. Αυτό σημαίνει πρόοδος. Αυτό το κρύο κουτί που μας περιέχει, είναι η μοίρα μας πλέον.

Κυριακή, Ιουνίου 15, 2008

309. το κλάσμα του δευτερολέπτου

Η μπάλα βρέθηκε μπροστά του για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, αλλά ήταν σαν να μη το πίστευε πως αυτός θα μπορούσε να γίνει ο ήρωας της ομάδας. Ετσι, έψαξε με τα μάτια να βρει σε ποιον να τη πλασσάρει, όμως το κλάσμα του δευτερολέπτου είναι τόσο λίγος χρόνος που πέρασε γοργά και μέσα σε αυτό το κλάσμα του δευτερολέπτου ο αντίπαλος βρήκε την ευκαιρία να τη κλέψει. Το κλάσμα εκείνου του δευτερολέπτου ήταν δικό του και το έχασε -μαζί με τη μπάλα. Αλήθεια, πόσο ασύλληπτο είναι να κρέμεται η ζωή και η υπόληψη ενός ανθρώπου από ένα κλάσμα δευτερολέπτου... Μιλάμε για ένα ελαχιστότατο χρόνο, για μια μικρή στιγμούλα.

Πόσο σημαντικοί είναι εκείνοι που, ενώ διαχειρίζονται τη ζωή τους ώρες ολόκληρες, μέρες, βδομάδες, μήνες, χρόνια, βρίσκονται ξαφνικά και απροειδοποίητα αντίπαλοι με τη δική τους στιγμή, αυτή που θα δικαιώσει ή θα απαλείψει το έργο τους; Είναι σημαντικότεροι από ένα ποδοσφαιριστή, έναν αθλητή, που η απόδοσή του κρίνεται διαρκώς (και μόνο) με βάση το κλάσμα του δευτερολέπτου;


-->> Μόλις το έγραψα μου άρεσε και το μετέφερα και στο MIXER-->>
http://rodiat7.blogspot.com/2008/06/blog-post_15.html

Δευτέρα, Ιουνίου 09, 2008

308. οι τεννίστες

Ο πρώτος τεννίστας έπαιζε σταθερά με το φιλέ. Ο δεύτερος έπαιζε κανονικά, με τον αντίπαλο δηλαδή. Οι θεατές απολάμβαναν το χάλι του πρώτου τεννίστα και τον χειροκροτούσαν να πάρει τα πάνω του. Είχαν πληρώσει τα μαλλιοκέφαλά τους για μια θέση στον αγώνα. Η διαφήμιση που είχε προηγηθεί, προέβλεπε ένα ματσάκι σούπερ με πολλές ανατροπές. Η μοναδική ανατροπή όμως ήταν η εμμονή του πρώτου τενίστα να στέλνει το μπαλάκι στο φιλέ. Ο αγώνας που προβλεπόταν ως ντέρμπυ έληξε άδοξα με δύο μηδέν σετ, οι φίλαθλοι έφυγαν απογοητευμένοι, ο νικητής σήκωσε το βαρύτιμο κύπελο και ο χαμένος εισέπραξε μόνο ενάμισυ εκατομμύριο τσόντα στα σαράντα τόσα που είχε καβατζώσει από τα προηγούμενα παιχνίδια. Η μαγουλού συμβία του πρώτου τεννίστα, καθισμένη στις κερκίδες, ήταν πανευτυχής. Τον αγκάλιασε δακρυσμένη με το δώρο που της χάρισε για την επέτειο του γάμου τους -την ήττα του. Επιτέλους θα πήγαιναν το ταξίδι του μέλιτος με ρακέτες πινγκ πονγκ και χωρίς μπαλάκια. Ο δεύτερος τεννίστας έφυγε επίσης χαρούμενος με τα τρία μυριάκια που κέρδισε. Θα τα ξεκοκκάλιζε με την πρώτη τεννίστρια, που ήταν μαθήτριά του -για την ώρα. Από τώρα σκεφτόταν πόσες ρακέτες, παπούτσια, φόρμες, μαντίλια, κλπ αξεσουάρ θα της χάριζε. Από τώρα σκεφτόταν ποια εταιρεία να διαλέξει να διαφημίσει. Από τώρα σκεφτόταν... Σκεφτόταν;

307. όσο κελαηδούν τα πουλιά

Κάθε πρωί με ξυπνούν κελαηδίσματα πουλιών. Ενα σωρό σπίνοι, κοτσύφια και δεκοχτούρες λαλούν για να ξυπνήσω γλυκά γλυκά. Σκέφτομαι -πολύ έντονα- τη μέρα που τα πουλιά θα κελαηδούν αδίκως σε ένα μάτσο κόκκαλα τυλιγμένα με κρέας ξεκινημένο προς τη σαπίλα. Θα κελαηδούν, θα κελαηδούν, και δεν θα βρίσκομαι εκεί για να ξυπνήσω. Αντί για μένα, ένα πράγμα ακίνητο θα πλέει στο σεντόνι. Το μόνο ευτύχημα είναι ότι τα πουλιά θα εξακολουθήσουν να κελαηδούν σαν να μη συνέβη τίποτα. Μπορεί όμως και να κελαηδούν επειδή ακριβώς γνωρίζουν να αντιπαρέρχονται όλα όσα συμβαίνουν. Αλίμονο στη μέρα που ξεκινά χωρίς κελαηδίσματα.

http://rodiat7.blogspot.com/2008/06/panic-room.html

Σάββατο, Ιουνίου 07, 2008

306. το ύψος

στέκεσαι στο ύψος σου και αυτό το ύψος είναι δυσθεώρητο και φοβάμαι να μη πέσεις αλλά ταυτόχρονα προσπαθώ μια ζωή να σε ρίξω από κει πάνω και είμαι περίεργη να ακούσω το γδούπο που θα κάνεις πέφτοντας αλλά πάλι πόσο ψηλά να βρίσκεσαι πια αναρωτιέμαι αν θα σταθεί δυνατό να υπολογιστεί το ύψος από την ένταση του ήχου του γδούπου πάντως και να μην υπολογιστεί το ύψος δεν το βρίσκω και τόσο σημαντικό γιατί το σημαντικό είναι ότι βρίσκεσαι ψηλά και μάλλον το ύψος αυτό είναι καθορισμένο από μένα που σε θέλω ψηλά ή μήπως εσύ με έχεις τοποθετήσει πολύ χαμηλά αγαπητή μάνα μητέρα μαμά μάγισσα
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...