Πέμπτη, Ιουλίου 30, 2020

884. μπερδεμένοι καιροί

ψάχνοντας τα δυο παλιά σπίτια όπου είχα ζήσει παιδί, βρέθηκα σε έναν τόπο με δέντρα, παλιά δέντρα που μοιάζαν με βράχους, ελιές πρέπει να ήταν, το καταλάβαινες από κάτι κλαδιά που κρέμονταν σαν ξέφτια εδώ κι εκεί πάνω στους πέτρινους κορμούς τους.

Περπατώντας και ψάχνοντας, τίποτα δεν αναγνώριζα, αν και είχα βρει τα σπίτια στους διαδικτυακούς χάρτες, όπου φαινόντουσαν καλοσυντηρημένα σαν καινούργια, ο τόπος ήτανε γεμάτος γκρεμίδια λες και είχε περάσει πόλεμος απο πάνω του κι εκεί όπου θα βρίσκονταν δρόμοι έβλεπες χαντάκια και ορύγματα και λάσπες παντού, αλλά παρ' όλ' αυτά βάδιζα κι έψαχνα.

Δεν χάνω τον προσανατολισμό μου, μπορώ να σου πω πού είναι ο Βορράς ακόμα και κλεισμένη μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, αλλά αυτή τη φορά είχα την εντύπωση πως τον είχα χάσει μέχρι που το βουνό με βοήθησε να καταλάβω πως όχι, δεν τον είχα χάσει, ο τόπος ήταν αυτός ακριβώς στον οποίο βρισκόμουν.

Εκεί απάνω, στην κατάλληλη στιγμή, πέτυχα έναν άνθρωπο που άκουσα να τον λένε Γκούμα, όπως ένα συμμαθητή στο Δημοτικό, μόνο που ο συμμαθητής ήτανε πλούσιος και τώρα θά 'πρεπε να είναι γέρος, αλλά ετούτος με αγρότη ή εργάτη έμοιαζε κι ήτανε γύρω στα τριάντα με σαράντα ακαθόριστα. Πηδολόγαγε κι αυτός πάνω στα χαλάσματα, που μερικά μοιάζανε και με νεοανεγειρόμενα μαντράκια, λέγοντάς μου ότι το ένα σπίτι το ξέρει και είναι αυτό εκεί που φαίνεται παραπέρα και τον πίστεψα, αν και το σπίτι εκείνο σαν καλύβι έμοιαζε και καμμια σχέση δεν είχε με το παλιό σπίτι όπου έμενα παιδί, ούτε και με το όμορφα διατηρημένο (σαν κουκλίστικο) σπίτι που είχα βρει στους διαδικτυακούς χάρτες.

Σταμπάρησα στο μυαλό μου τη θέση αυτού του καλυβόσπιτου, όπου μια γυναίκα στην αυλή έβαζε φωτιά κάτω από ένα τσουκάλι κατάμαυρο από παλιές κάπνιες, σαν να ετοίμαζε νερό να βράσει για μαγείρεμα ή και για μπουγάδα, και άρχισα να ψάχνω για το άλλο σπίτι, που, θεωρητικά, βρισκόταν κάπου εκεί κοντά. Η περιοχή όμως τίποτα δεν μου θύμιζε, ήταν γεμάτη από αυτά τα βραχόδεντρα που ανέφερα ήδη, κάπου κάπου έβλεπα και καμμιά ανθισμένη φυστικιά σαν κι αυτές που καλλιεργούσε ένας παλιός γείτονας.

Σπίτι δεν υπήρχε, δεν υπήρχανε καθόλου σπίτια πια, μόνο κάτι γκρεμίδια μαυρισμένα σαν από μπόμπες, όπως βλέπουμε σε φωτογραφίες από πολέμους και όλα, όλος αυτός ο τόπος, ήτανε γκρίζα, ένα χρώμα γκριζοκίτρινο σαν να ήταν ξημερώματα. Το βουνό ήτανε στ' αριστερά μου, ο προσανατολισμός σωστός, αλλά σπίτι δεν βρήκα και προσπάθησα να επιστρέψω στον τόπο, λίγο παραπέρα, να βρω το προηγούμενο σπίτι με τη γυναίκα που μαγείρευε στην αυλή.

Κάτι σαν να ξέκρινα, αλλά δεν προχώρησα. Τι να το κάνω αυτό το σπίτι; Δεν έμοιαζε καθόλου με το παλιό όμορφο σπίτι που είχα στο νου μου, ούτε καν με το σενιαρισμένο σπίτι που βρισκότανε στους διαδικτυακούς χάρτες. Ενα βρωμοκάλυβο ήταν και δεν ήθελα ούτε να το βλέπω κι έτσι έφυγα από εκείνον τον τόπο και προχώρησα λίγο πιο πέρα ώσπου βρέθηκα σε ένα μέρος όπου κάνανε τέρμα τα λεωφορεία τον παλιό καιρό, αλλα είδα να σκάβουν για μια νέα στάση του μετρό.

Φαντάστηκα ότι θα χαλιόντουσαν τα παλιά τα δέντρα και στενοχωρήθηκα, αλλά μετά το φιλοσόφησα το πράγμα και ξύπνησα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...