Δευτέρα, Αυγούστου 17, 2020

889. η πολύβουη παρέα

μια φορά ταξίδευα με καράβι.. Αίγινα πηγαιναμε με την πολύβουη παρέα μου, συζητώντας τη λύση των προβλημάτων του κόσμου.. πολύ νέοι γαρ. Δίπλα μας, μια παρέα ηλικιωμένων (γυρω στα 40κάτι) τραγούδαγαν την " ανθισμένη αμυγδαλιά" και μεις ξεκινήσαμε ξαφνικά και στεντορίως το "ένα τεφαρίκι αμάν και νά'το" ! Η γερουσία μας στραβοκοίταξαν και αρχισαν να μουρμουράνε πριν σηκωθούν και αλλάξουν θέση στο κατάστρωμα. Ομολογώ ότι μέχρι σήμερα σκεφτομαι τη σκηνη με μεγάλη ικανοποίηση. Γιατί; Γιατί έτσι!

888. ο φανατισμός είναι το πρόβλημα!

ειχα μια παιδικη φιλη πολυ φιλοδρακουλέ.. αντιθρησκευάμενη εντελώς.. κορόιδευε παπαδες, εκκλησιασμους, όλα μα ολα.. Ισως αντιδρουσε στο πνευμα της οικογενειας της, που ηταν ολοι τους αυτο που λένε πιστοι.. Μετα τα 45 της περιπου, άλλαξε εντελώς.. άλλος άνθρωπος εγινε.. αγνωριστη! Οσα κορόιδευε τα πιστεψε μονομιάς και εξακολουθει να τα πιστευει.. Τί συμβαινει στο μυαλο του ανθρώπου; Γινεται καποια στιγμη άβυσσος και πέφτει μεσα; Συμπερασμα: ο φανατισμός τελικά είναι πρόβλημα!

887. εις μνήμην

«Εταιρεία Δολοφόνων» είναι η επωνυμία που δόθηκε σε μια ελληνική εγκληματική οργάνωση, η οποία προσέγγιζε ηλικιωμένους και στη συνέχεια τους δολοφονούσε για να επωφεληθούν τα μέλη της από τις διαθήκες τους, τις οποίες πλαστογραφούσαν. Η δράση της αποκαλύφθηκε το Πάσχα του 1987. Ιθύνων νους της συμμορίας αυτής (έδρασε από 1981-1986) υπήρξε ο 51χρονος (τότε) δικηγόρος Χρήστος Παπαδόπουλος. Ενας άνθρωπος υπεράνω πάσης υποψίας, πρότυπο του επιτυχημένου πολίτη, Δήμαρχος Ν.Χαλκηδόνας (τότε), οικογενειάρχης και πατέρας τριών παιδιών.
Θύματα: Βασίλειος Ελευθεριάδης, Λάουρα Πάντου, Έλλη Βεργιοπούλου, Ευφροσύνη Φραγκουλάκη, Ευθυμία Πρωτονοταρίου, Άγγελος Καλαφάτης, Σταμάτης Μπρουζάκης, Χαράλαμπος Τυπάλδος.
 
Ετυχε να γνωρίζω ένα από τα θύματα και διατηρώ την υποψία ότι κάποια μέλη της "εταιρείας" αυτής συνέχισαν τη δράση τους μεμονωμένα για αρκετά χρόνια.

Κυριακή, Αυγούστου 02, 2020

886. όνειρα και σκέψεις

«της Κυριακής το όνειρο μέχρι το μεσημέρι βγαίνει», λέγαν οι παλιοί, αλλά δεν μπορώ να τεστάρω το δικό μου γιατί ξυπνησα αφού το μεσημέρι είχε πλέον περάσει. Πάντως, άξιζε τον κόπο η καθυστέρηση, τα όνειρα που είδα ήταν πραγματικά σπάνια, αν και δεν τα έβλεπα διαδοχικά, ξεκάθαρα δλδ το ένα μετά το άλλο, αλλά στο φόντο μερικών σκέψεων (που ονειρευόμουν επίσης) σχετικών με ένα τηλεπαιχνίδι που παρακολουθώ τώρα τελευταία.

Μερικές σκηνές ονείρων:

1. κέρδισα δώρο το εμβόλιο για covid-19 με αντίτιμο 7 πατάτες. 

2. σε υπαίθριο περιφραγμένο παγοδρόμιο ο Αδωνης κάνει πατινάζ με έλκηθρο, ενώ ο Χρυσοχοΐδης φοβαται να πατινάρει και είναι γαντζωμένος τρέμοντας στα κάγκελλα της περίφραξης.

(όνειρο σε σκίτσα, κόμικ δλδ)

3. δύο μπλογγερ άγνωστοί μου με επισκέπτονται για να με μαθουν να αρχειοθετώ τα πονήματά μου, αλλά αντί γι αυτό στρογγυλοκάθονται στα σχεδιαστήρια και οργανώνουν τα δικά τους αρχεία, έρχεται και η μάνα του ενός να δει τι κάνει ο γιος της, βλέπει, θέλει να φύγει, τη συνοδεύω στην εξώπορτα, αλλα δεν θέλει ασσανσέρ και ξαφνικά φυτρώνουν ένα σωρό σκάλες που οδηγούν προς τα κάτω σε "τυφλά" σημεία, και διαλέγει πάντα την λάθος σκάλα που δεν οδηγεί πουθενά και βαριέμαι να κάθομαι να της λέω ποια ειναι η σκάλα η σωστή που οδηγεί στην έξοδο, κλείνω την πόρτα και την αφήνω στην τύχη της.


Τουλάχιστον δέκα όνειρα μικρού μήκους είδα, διαφόρων σεναρίων και σκηνοθετικής ποιοτητας, που εμπλούτισαν τις σκέψεις μου περί του τηλεπαιχνιδιού. Οι σκέψεις αυτές θα εκτεθούν μόλις ωριμάσουν λίγο περισσότερο.

885. ταξιδιωτικό κολπάκι

να σου πω.. μετα απο υπόδειξη Αυστριακής συναδέλφου, έβαζα ενα dr πριν απο το όνομά μου (όταν ταξιδευα σε βόρειες χωρες) για να τυχαίνω καλής εξυπηρέτησης σε ξενοδοχεια, κλπ, επειδή μικρόδειχνα πολύ και δεν με παίρνανε στα σοβαρά! Να σκεφτεις οτι εκλεινα τα 30 και με ρωτάγαν πότε θα τελειωσω τις σπουδες.

Πέμπτη, Ιουλίου 30, 2020

884. μπερδεμένοι καιροί

ψάχνοντας τα δυο παλιά σπίτια όπου είχα ζήσει παιδί, βρέθηκα σε έναν τόπο με δέντρα, παλιά δέντρα που μοιάζαν με βράχους, ελιές πρέπει να ήταν, το καταλάβαινες από κάτι κλαδιά που κρέμονταν σαν ξέφτια εδώ κι εκεί πάνω στους πέτρινους κορμούς τους.

Περπατώντας και ψάχνοντας, τίποτα δεν αναγνώριζα, αν και είχα βρει τα σπίτια στους διαδικτυακούς χάρτες, όπου φαινόντουσαν καλοσυντηρημένα σαν καινούργια, ο τόπος ήτανε γεμάτος γκρεμίδια λες και είχε περάσει πόλεμος απο πάνω του κι εκεί όπου θα βρίσκονταν δρόμοι έβλεπες χαντάκια και ορύγματα και λάσπες παντού, αλλά παρ' όλ' αυτά βάδιζα κι έψαχνα.

Δεν χάνω τον προσανατολισμό μου, μπορώ να σου πω πού είναι ο Βορράς ακόμα και κλεισμένη μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, αλλά αυτή τη φορά είχα την εντύπωση πως τον είχα χάσει μέχρι που το βουνό με βοήθησε να καταλάβω πως όχι, δεν τον είχα χάσει, ο τόπος ήταν αυτός ακριβώς στον οποίο βρισκόμουν.

Εκεί απάνω, στην κατάλληλη στιγμή, πέτυχα έναν άνθρωπο που άκουσα να τον λένε Γκούμα, όπως ένα συμμαθητή στο Δημοτικό, μόνο που ο συμμαθητής ήτανε πλούσιος και τώρα θά 'πρεπε να είναι γέρος, αλλά ετούτος με αγρότη ή εργάτη έμοιαζε κι ήτανε γύρω στα τριάντα με σαράντα ακαθόριστα. Πηδολόγαγε κι αυτός πάνω στα χαλάσματα, που μερικά μοιάζανε και με νεοανεγειρόμενα μαντράκια, λέγοντάς μου ότι το ένα σπίτι το ξέρει και είναι αυτό εκεί που φαίνεται παραπέρα και τον πίστεψα, αν και το σπίτι εκείνο σαν καλύβι έμοιαζε και καμμια σχέση δεν είχε με το παλιό σπίτι όπου έμενα παιδί, ούτε και με το όμορφα διατηρημένο (σαν κουκλίστικο) σπίτι που είχα βρει στους διαδικτυακούς χάρτες.

Σταμπάρησα στο μυαλό μου τη θέση αυτού του καλυβόσπιτου, όπου μια γυναίκα στην αυλή έβαζε φωτιά κάτω από ένα τσουκάλι κατάμαυρο από παλιές κάπνιες, σαν να ετοίμαζε νερό να βράσει για μαγείρεμα ή και για μπουγάδα, και άρχισα να ψάχνω για το άλλο σπίτι, που, θεωρητικά, βρισκόταν κάπου εκεί κοντά. Η περιοχή όμως τίποτα δεν μου θύμιζε, ήταν γεμάτη από αυτά τα βραχόδεντρα που ανέφερα ήδη, κάπου κάπου έβλεπα και καμμιά ανθισμένη φυστικιά σαν κι αυτές που καλλιεργούσε ένας παλιός γείτονας.

Σπίτι δεν υπήρχε, δεν υπήρχανε καθόλου σπίτια πια, μόνο κάτι γκρεμίδια μαυρισμένα σαν από μπόμπες, όπως βλέπουμε σε φωτογραφίες από πολέμους και όλα, όλος αυτός ο τόπος, ήτανε γκρίζα, ένα χρώμα γκριζοκίτρινο σαν να ήταν ξημερώματα. Το βουνό ήτανε στ' αριστερά μου, ο προσανατολισμός σωστός, αλλά σπίτι δεν βρήκα και προσπάθησα να επιστρέψω στον τόπο, λίγο παραπέρα, να βρω το προηγούμενο σπίτι με τη γυναίκα που μαγείρευε στην αυλή.

Κάτι σαν να ξέκρινα, αλλά δεν προχώρησα. Τι να το κάνω αυτό το σπίτι; Δεν έμοιαζε καθόλου με το παλιό όμορφο σπίτι που είχα στο νου μου, ούτε καν με το σενιαρισμένο σπίτι που βρισκότανε στους διαδικτυακούς χάρτες. Ενα βρωμοκάλυβο ήταν και δεν ήθελα ούτε να το βλέπω κι έτσι έφυγα από εκείνον τον τόπο και προχώρησα λίγο πιο πέρα ώσπου βρέθηκα σε ένα μέρος όπου κάνανε τέρμα τα λεωφορεία τον παλιό καιρό, αλλα είδα να σκάβουν για μια νέα στάση του μετρό.

Φαντάστηκα ότι θα χαλιόντουσαν τα παλιά τα δέντρα και στενοχωρήθηκα, αλλά μετά το φιλοσόφησα το πράγμα και ξύπνησα.

Τετάρτη, Ιουλίου 29, 2020

883. πότε ξεκίνησε άραγε;

δεν κατάλαβα πότε ξεκίνησε η μόδα του ρατσισμού στη χώρα μας, γιατι δεν ήταν έτσι από πάντα. Φέρνω εικόνες στο μυαλό μου από παιδάκι μικρό και τότε, ναι, φοβέριζαν οι μανάδες (όχι η δικιά μου βέβαια, αλλά κάτι άλλες μανάδες που ζούσαν πιο φτωχικά από μας, που είχαν πρωτόρθει στην πόλη από χωριά και είχανε φόβο μεγάλο μέσα τους) φοβέριζαν λοιπόν τα παιδάκια τους «θα σε πάρει ο εβραίος, ο πρόσφυγας, ο γύφτος» για να κάθονται φρόνιμα, για να τρώνε τα φαΐ τους, για να κάνουν αυτό που ήθελε η μάνα τους. Εύκολος τρόπος, βλέπεις, η φοβέρα. 

(συνεχίζεται)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...