Πέμπτη, Αυγούστου 27, 2009
Παρασκευή, Ιουλίου 24, 2009
351. Ενα λεμόνι αν θέλεις στείλε μου



..και τι σου ζήτησα, ε; ένα λεμόνι, ένα πράσινο λεμόνι, ένα λεμονάκι πράσινο μονάχα.. κι εσύ μου είπες «μα τα πράσινα λεμόνια δεν έχουν ζουμί» αλλά εσύ τι ξέρεις από λεμόνια και ζουμιά; σάματις μπήκες ποτέ στη γκουζίνα; ούτε απέξω δεν περνάς γιατί μυρίζει σκορδίλα.. αλλά το τζατζικάκι το τρως και για τη σκορδαλιά σπας τα τέλια λέμε.. αλλά τι να σε κάνω που με αρέσεις μάγκα και με αρέσει να μαγειρεύω κιόλας και πού να βρίσκω άλλον να τρώει με τόσην όρεξη τα σουτζουκάκια μου και το ιμάμ; ε; αλλά το πράσινο λεμόνι δε θα το αφήσω να πάει έτσι, να περάσει απαρατήρητο που λένε, και για τούτο το βγάζω στα φόρα.. Αμάν πια! Νάτο νάτο το λεμονάκι!!!
Σάββατο, Ιουλίου 11, 2009
350. αναζητώντας την έκφραση
Ζητούσε απεγνωσμένα να εκφραστεί αλλά δεν είχε τίποτα να εκφράσει. Τη συγκίνησή του την είχε εκφράσει άπειρες φορές και δεν του είχε απομείνει άλλη συγκίνηση, ούτε σταγόνα λέμε, κι έτσι έψαχνε μήπως είχε κάτι τι άλλο, κάτι κρυμμένο στα κατάβαθα της καρδιάς ή και του μυαλού που ήθελε να βγει έξω να εκφραστεί όμως τα πράγματα ήταν δύσκολα γιατί όσο και να σφιγγόταν τίποτα δεν έβγαινε ούτε ένας ήχος ούτε μια μουτζούρα στο χαρτί ούτε μια πινελιά στον τοίχο της κουζίνας, άσε που η κουζίνα είχε πλακάκια και να έβαζε πινελιά θα εξαφανιζόταν μόλις η καθαρίστρια θα έπλενε τους τοίχους της κουζίνας, ενώ εκείνος θα αναγκαζόταν να τσακωθεί μαζί της και θα την έχανε γιατί τέτοιες καριόλες είναι οι καθαρίστριες σήμερα, σε παρατάνε με το παραμικρό, ούτε μια ξεγυρισμένη ξανάστροφη δεν μπορείς να τους ρίξεις.. και τότε σκέφτηκε το βιτριόλι: Ναι, αυτή ήταν μια πρώτης τάξεως έκφραση, ήταν Η έκφραση! Ολα τα καταπιεσμένα του, όλος ο δημιουργικός του εαυτός θα έβγαινε, θα παραδινόταν στη κοινωνία προς κρίση και -ασφαλέστατα- προς έγκριση. Φόρεσε μια άσπρη μπλούζα και άρχισε να τρέχει προς το φαρμακείο. Οπως έτρεχε, δεκάδες κλανιές του φεύγαν σαν ριπές μυδραλιοβόλου, αλλά δεν τους έδινε σημασία, μπορεί να μη τις ένοιωθε καν. Μόλις έφτασε στο φαρμακείο, το βρήκε κλειστό. Ενοιωσε εξαιρετικά ξαλαφρωμένος, οι κλανιές είχαν κάνει καλή δουλειά, έτσι η καθαρίστρια τη γλίτωσε ακόμα μια φορά. Πιθανότατα λόγω της φασολάδας που του είχε μαγειρέψει την προηγούμενη μέρα.
Τετάρτη, Ιουλίου 01, 2009
349. Ερωτας με το πλυντήριο ή ο Αριστείδης και το πλυντήριο
Είμαι ικανός να βάζω μπουγάδες συνέχεια, τόσο λατρεύω το πλυντήριό μου. Ο έρωτας αυτός ξεκίνησε στη νηπιακή μου ηλικία, από τότε που με ακούμπαγε η αγαπημένη μου μαμά στο καρεκλάκι μπροστά στην οθόνη του πλυντηρίου, να χαζεύω τα χρωματιστά ρούχα που στροβιλιζόντουσαν ανάμεσα σε συννεφάκια σαπουνάδας, για να κάνει απερίσπαστη τις δουλειές της.
Συχνά, με παράταγε εκεί ώρες ατέλειωτες -για κείνη ατέλειωτες, επειδή για μένα ο χρόνος τέλειωνε σύντομα μαζί με το τέλος της κάθε μπουγάδας- και είχε να το λέει, πως είχε βρει το μήνα που θρέφει τους έντεκα με αυτό το κόλπο. Μπορούσε να πηγαίνει στις φιλενάδες της για καφέ ή χαρτάκι, μπορούσε να πηγαίνει για ψώνια στη λαϊκή ή στο σούπερ μάρκετ, ήσυχη ότι εγώ, το αγαπημένο της μπεμπέκι, το Αριστειδάκι της, θα έμενα κολλημένος στο καρεκλάκι μου να χαζεύω μαγεμένος το πλυντήριο.
Μεγαλώνοντας, το όνειρό μου -πέρα από σπουδές και τρόπο επιβίωσης- ήταν να αποκτήσω ένα πλυντήριο. Ενα πλυντήριο τουλάχιστον. Να του αφοσιωθώ δια βίου. Να του βάζω ατέλειωτες μπουγάδες, συνέχεια να κάνω μπουγάδες, με διάφορα ρούχα, άσπρα, μαύρα, χρωματιστά, με διάφορα σαπούνια, άσπρα και χρωματιστά.
Φυσικά, σπούδασα σε ΙΕΚ με ειδικότητα επισκευαστής πλυντηρίων. Ετσι, εκτός από το δικό μου πλυντήριο, έχω την ευκαιρία να επισκέπτομαι ένα σωρό άλλα πλυντήρια με άλλοθι το επαγγελματικό μου ενδιαφέρον. Οπως π.χ. ένας γυναικολόγος έχει άλλοθι το επάγγελμά του και εξετάζει ένα σωρό μουνιά συν εκείνο της δικής του γυναίκας. Αν είναι και μουσουλμάνος, έρε γλέντια, θα έχει και μόνιμο χαρέμι λόγω θρησκείας.
Εμένα, οι γυναίκες δεν μου λένε και πολλά πράγματα. Ούτε η τιβί μου λέει, αν και έχει οθόνη και το κουτί της μοιάζει με μικρό πλυντήριο, όπου αναδεύονται ένα σωρό χρώματα, μόνο που είναι μαύρο. Ασε που προτιμώ χίλιες φορές τον ήχο του πλυντηρίου από τις φωνάρες που βάζουν οι προσκεκλημένοι των καναλιών.
Ο ήχος του πλυντηρίου είναι προβλεπόμενος μεν, αλλά ωραία προβλεπόμενος, όπως, ας πούμε, ένας γυναικείος οργασμός. Οταν έχω προβλέψει σωστά το βάρος και τον όγκο των ρούχων, το πλυντήριο γουργουρίζει ευτυχισμένο, ενώ αν το παραφορτώσω -πράγμα που συμβαίνει όλο και πιο σπάνια- διαμαρτύρεται έντονα και καμιά φορά τα φτύνει, αφήνοντας τα ρούχα μισοστιμένα. Ισως κάπως έτσι να με έφτυνε μια γυναίκα, αν της γινόμουν υπερβολικά φορτικός, κάτι που γλιτώνω τώρα γιατί με το πλυντήριο μπορώ να επανορθώσω αμέσως, ενώ τη δυσαρεστημένη γυναίκα πού να τη ξαναβρώ και να της εξηγώ και να την κάνω να δεχτεί να ξαναδοκιμάσει μαζί μου...
Μερικές φορές, τόλμησα να το απατήσω με την ηλεκτρική κουζίνα, αλλά δεν είχε τόσο γούστο να κοιτάζω το ταψί που ψηνόταν στο φούρνο ούτε την κατσαρόλα που έβραζε στο μάτι. Επειδή όμως πεινάω και πρέπει να τρώω κάπου κάπου, σκέφτομαι να κατασκευάσω μια πολυσυσκευή, ένα πλυντηριοκούζινο με ταυτόχρονες δυνατότητες ψυξης. Ετσι, θα μπορώ να έχω όλα όσα ποθεί ένας άντρας: φαγητό, καθαρά ρούχα, παγωμένες μπίρες και φραπέ.
Η αλήθεια είναι ότι μου είναι πολύ δύσκολο να μοιραστώ αυτό το πάθος μου με φίλους ή συναδέλφους στη δουλειά, όταν με ρωτάνε πώς τρέχω σπίτι έτσι βιαστικός και με πειράζουν πως τάχα κάποια γυναίκα με έχει ξελογιάσει. Τι να τους πω δηλαδή; Οτι αγάπησα ένα πλυντήριο;
Κι όμως, δεν το βρίσκω κακή ιδέα να βαφτίσω το αγαπημένο μου αντικείμενο με ένα όνομα γυναικείο, να το πω Ελένη ή Ελενα ή Χελένα, ακόμα καλύτερα. Ετσι, έτσι, μια γυναικάρα γερμανίδα, η Χελένα, με έχει ξελογιάσει και της χώνω αβέρτα μπουγάδες και χύνω μαζί της μυριάδες φορές και εκείνη σκούζει ηδονικά και γουργουρίζει σα γατούλα από ευχαρίστηση, τέτοια θα τους διηγούμαι και δε θα λέω και ψέμματα!
Συχνά, με παράταγε εκεί ώρες ατέλειωτες -για κείνη ατέλειωτες, επειδή για μένα ο χρόνος τέλειωνε σύντομα μαζί με το τέλος της κάθε μπουγάδας- και είχε να το λέει, πως είχε βρει το μήνα που θρέφει τους έντεκα με αυτό το κόλπο. Μπορούσε να πηγαίνει στις φιλενάδες της για καφέ ή χαρτάκι, μπορούσε να πηγαίνει για ψώνια στη λαϊκή ή στο σούπερ μάρκετ, ήσυχη ότι εγώ, το αγαπημένο της μπεμπέκι, το Αριστειδάκι της, θα έμενα κολλημένος στο καρεκλάκι μου να χαζεύω μαγεμένος το πλυντήριο.
Μεγαλώνοντας, το όνειρό μου -πέρα από σπουδές και τρόπο επιβίωσης- ήταν να αποκτήσω ένα πλυντήριο. Ενα πλυντήριο τουλάχιστον. Να του αφοσιωθώ δια βίου. Να του βάζω ατέλειωτες μπουγάδες, συνέχεια να κάνω μπουγάδες, με διάφορα ρούχα, άσπρα, μαύρα, χρωματιστά, με διάφορα σαπούνια, άσπρα και χρωματιστά.
Φυσικά, σπούδασα σε ΙΕΚ με ειδικότητα επισκευαστής πλυντηρίων. Ετσι, εκτός από το δικό μου πλυντήριο, έχω την ευκαιρία να επισκέπτομαι ένα σωρό άλλα πλυντήρια με άλλοθι το επαγγελματικό μου ενδιαφέρον. Οπως π.χ. ένας γυναικολόγος έχει άλλοθι το επάγγελμά του και εξετάζει ένα σωρό μουνιά συν εκείνο της δικής του γυναίκας. Αν είναι και μουσουλμάνος, έρε γλέντια, θα έχει και μόνιμο χαρέμι λόγω θρησκείας.
Εμένα, οι γυναίκες δεν μου λένε και πολλά πράγματα. Ούτε η τιβί μου λέει, αν και έχει οθόνη και το κουτί της μοιάζει με μικρό πλυντήριο, όπου αναδεύονται ένα σωρό χρώματα, μόνο που είναι μαύρο. Ασε που προτιμώ χίλιες φορές τον ήχο του πλυντηρίου από τις φωνάρες που βάζουν οι προσκεκλημένοι των καναλιών.
Ο ήχος του πλυντηρίου είναι προβλεπόμενος μεν, αλλά ωραία προβλεπόμενος, όπως, ας πούμε, ένας γυναικείος οργασμός. Οταν έχω προβλέψει σωστά το βάρος και τον όγκο των ρούχων, το πλυντήριο γουργουρίζει ευτυχισμένο, ενώ αν το παραφορτώσω -πράγμα που συμβαίνει όλο και πιο σπάνια- διαμαρτύρεται έντονα και καμιά φορά τα φτύνει, αφήνοντας τα ρούχα μισοστιμένα. Ισως κάπως έτσι να με έφτυνε μια γυναίκα, αν της γινόμουν υπερβολικά φορτικός, κάτι που γλιτώνω τώρα γιατί με το πλυντήριο μπορώ να επανορθώσω αμέσως, ενώ τη δυσαρεστημένη γυναίκα πού να τη ξαναβρώ και να της εξηγώ και να την κάνω να δεχτεί να ξαναδοκιμάσει μαζί μου...
Μερικές φορές, τόλμησα να το απατήσω με την ηλεκτρική κουζίνα, αλλά δεν είχε τόσο γούστο να κοιτάζω το ταψί που ψηνόταν στο φούρνο ούτε την κατσαρόλα που έβραζε στο μάτι. Επειδή όμως πεινάω και πρέπει να τρώω κάπου κάπου, σκέφτομαι να κατασκευάσω μια πολυσυσκευή, ένα πλυντηριοκούζινο με ταυτόχρονες δυνατότητες ψυξης. Ετσι, θα μπορώ να έχω όλα όσα ποθεί ένας άντρας: φαγητό, καθαρά ρούχα, παγωμένες μπίρες και φραπέ.
Η αλήθεια είναι ότι μου είναι πολύ δύσκολο να μοιραστώ αυτό το πάθος μου με φίλους ή συναδέλφους στη δουλειά, όταν με ρωτάνε πώς τρέχω σπίτι έτσι βιαστικός και με πειράζουν πως τάχα κάποια γυναίκα με έχει ξελογιάσει. Τι να τους πω δηλαδή; Οτι αγάπησα ένα πλυντήριο;
Κι όμως, δεν το βρίσκω κακή ιδέα να βαφτίσω το αγαπημένο μου αντικείμενο με ένα όνομα γυναικείο, να το πω Ελένη ή Ελενα ή Χελένα, ακόμα καλύτερα. Ετσι, έτσι, μια γυναικάρα γερμανίδα, η Χελένα, με έχει ξελογιάσει και της χώνω αβέρτα μπουγάδες και χύνω μαζί της μυριάδες φορές και εκείνη σκούζει ηδονικά και γουργουρίζει σα γατούλα από ευχαρίστηση, τέτοια θα τους διηγούμαι και δε θα λέω και ψέμματα!
Παρασκευή, Ιουνίου 05, 2009
348. Πώς ο κύριος Σάκης έγινε δολοφόνος

Το πράγμα πήγαινε προς τα εκεί, ο δρόμος δεν είχε γυρισμό από τη στιγμή που τα γκαρσόνια του φύτεψαν την ιδέα πως εκείνη ήταν ξετρελαμένη τάχα μαζί του. Σχεδόν κάθε μεσημέρι -πολλές φορές και τα βραδάκια- ερχόταν να καθήσει στο μικρό γωνιακό τραπέζι της συνοικιακής ταβέρνας. Με τα γκρίζα μαλλάκια της πιασμένα σε μια τυλιχτή πλεξίδα, με τις φούστες ή τα φαρδιά της παντελόνια, με τις πολύχρωμες μεταξωτές ξετραχειλωμένες της μπλούζες. Καθόταν, του χαμογελούσε, τη ρώταγε «τι θέλετε σήμερα;» του απαντούσε με ερώτημα επίσης «τι προτείνετε σεις, κύριε Σάκη;» της έλεγε το κατεβατό με τα φαγιά, που δεν ήταν και πολύ μακρύ, εκείνη αποφάσιζε συχνά κάτι διαφορετικό από τα προτεινόμενα κι εκείνος, αν και απογοητευόταν, έτρεχε στην κουζίνα να δώσει την παραγγελία.
Ο νεαρός σερβιτόρος πήγαινε ψωμί, νερό και σερβίτσιο για ένα άτομο, εκείνη ζητούσε και το λαδόξυδο για τη σαλάτα, ρωτούσε «λεμόνι δεν έχετε;» ενώ ήξερε ότι πάντα έχουν λεμόνι, ο μικρός έφερνε κι ένα λεμόνι χωρίς να το κόψει, εκείνη το έβαζε στη τσέπη ή στην τσάντα της -όταν κρατούσε τσάντα- ο κύριος Σάκης ζήλευε που την εξυπηρετούσε και ο νεαρός, αλλά έδινε τόπο στην οργή επειδή ένα παλιό έμπειρο γκαρσόνι όπως αυτός δε γινόταν να τρέχει με τα καλαθάκια του ψωμιού στο χέρι να γίνεται ρεζίλι στους υπόλοιπους -γκαρσόνια και θαμώνες.
Είχε πλάσει την εικόνα της ακριβώς στα μέτρα του, αν και δε γνώριζε και πολλά για τη πάρτη της, μόνο το όνομα ήξερε, Ελίζα τη λέγαν. Την έβλεπε στον ύπνο του σχεδόν κάθε νύχτα, έτριβε το στεγνωμένο του δέρμα ψιθυρίζοντας το όνομά της, σηκωνόταν το ξημέρωμα με στόμα ξερό, λες και τη φιλούσε παθιασμένα για ώρες ατέλειωτες.
Τα γκαρσόνια είχαν πάρει μυρουδιά τη καύλα του για την ηλικιωμένη πελάτισσα και τον κούρδιζαν κανονικά. Του λέγαν πως εκείνη ερχόταν στο μαγαζί μοναχά για να τον βλέπει, πώς έτσι και κούναγε το μικρό του δαχτυλάκι εκείνη θά 'πεφτε στην αγκαλιά του, πολλά του λέγαν και του φούσκωναν τα μυαλά, μυαλά που άλλο δεν ήθελαν από το να φουσκώσουν. Τόση μοναξιά, μετά το χαμό της καλής του γυναικούλας, δύσκολα αντέχεται από ένα βασανισμένο άντρα της ηλικίας του, που, αν δεν είχε ανάγκη να βλέπει κόσμο, θα είχε βγει στη σύνταξη.
Με τον καιρό, η οικειότητα αναπτύχθηκε μεταξύ του κυρίου Σάκη και της δεσποινίδας Ελίζας, τόσο που μιλούσαν πλέον στον ενικό σαν παλιά φιλαράκια. Με τον καιρό, ήρθε και η στιγμή να εξομολογηθεί ο κύριος Σάκης τον έρωτά του και βρήκε την ώρα -βραδάκι, περασμένες δέκα- που έφευγε η Ελίζα από το μαγαζί. Επίτηδες, έχοντας προμελετήσει την κίνησή του, εκείνο το βράδυ την είχε κεράσει ένα τσιπουράκι παραπάνω.
«Να σε βοηθήσω» της είπε σιγανά στην πόρτα της ταβέρνας, «όχι, Σάκη, τα καταφέρνω, ευχαριστώ πολύ» απάντησε εκείνη, ο κύριος Σάκης άναψε σαν παντζάρι και επέμεινε «μα αφήστε να σας βοηθήσω» γυρνώντας το στον πληθυντικό και γραπώνοντας το μπράτσο της γυναίκας που είχε βρεθεί κιόλας στο πεζοδρόμιο. «Μα όχι, όχι, σας είπα αφήστε με!» φώναξε εκείνη δυνατά απωθώντας τον κι εκείνος θύμωσε και την άρπαξε, έσκυψε και της ρούφηξε τα χείλη. Εκείνη ούρλιαξε «παλιοτόμαρο! παλιοτόμαρο!» έφυγε σχεδόν τρέχοντας κι ήταν φοβερά αστεία μια παχουλή φιγούρα να τρέχει μέσα στα σκοτάδια ανεμίζοντας ένα κοτσίδι και μια φούστα πέρα δώθε.
Από εκείνο το βράδυ, η δεσποινίς Ελίζα δεν ξαναπάτησε στη ταβέρνα. Παράγγελνε τα γεύματά της τηλεφωνικώς, μια και είχε συνηθίσει τόσα χρόνια σε αυτό το φαγητό, κι όταν πετύχαινε τον κύριο Σάκη στο τηλέφωνο έκανε σαν να μη τον είχε γνωρίσει ποτέ της. Εκείνος κρατούσε την ίδια συμπεριφορά, τυπικός και στεγνός, από μέσα του όμως έβραζε γιατί μετά το ρεζιλίκι του τα γκαρσόνια τον είχαν πάρει στο ψιλό και δυσκολεύαν ακόμα και τη θέση του ως παλαιότερου και πιο έμπειρου γκαρσονιού. Είχε πέσει ξαφνικά στα μάτια τους -έτσι νόμιζε τουλάχιστον- και γι αυτή την κατάντια έφταιγε εκείνη. Εκείνη, η Ελίζα, η Ελίζα "του", που δεν ήταν δική του, που δεν ήταν τρυφερή και γλυκειά απέναντί του, όπως την είχε φανταστεί, αλλά μια στρίγγλα του παραμυθιού, μια μάγισσα που τον είχε μαγέψει κι έχασε τα λογικά του γι αυτό το μπόγο με κόκκαλα που ήταν το κορμί της.
Οσο περνούσε ο καιρός, τόσο ο θυμός του μεγάλωνε. Ηθελε να τη βγάλει από το νου του, να διώξει την εικόνα της, την εικόνα που τώρα πια είχε αναποδογυρίσει μέσα του, αλλά του κάκου προσπαθούσε. Ενα μεσημεράκι λοιπόν, αποφάσισε να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο που του είχε υπαγορέψει πριν μερικές μέρες το ταραγμένο του μυαλό. Προφασίστηκε κάτι αδιάφορο και πήγε ο ίδιος την παραγγελία στην Ελίζα, εκείνη περίμενε έξω από την πόρτα του διαμερίσματός της όπως έκανε πάντα για να μη βλέπουν τα γκαρσόνια που έφερναν το φαΐ το εσωτερικό του σπιτιού της, εκείνος άνοιξε την πόρτα του ασσανσέρ, εκείνη άνοιξε το πορτοφολάκι της ρωτώντας όπως συνήθιζε «πόσα χρωστάω σήμερα;» εκείνος απάντησε «πολλά, πάρα πολλά χρωστάς σκρόφα και τώρα θα τα πληρώσεις μαζεμένα» εκείνη έμεινε στήλη άλατος μη πιστεύοντας αυτά που ακούει, το μαχαίρι μπήχτηκε στα σωθικά της διασχίζοντας ευκολότατα το μεταξωτό πολύχρωμο μπλουζί, πολλές φορές απανωτά, τόσο πολλές φορές που μπερδεύτηκαν τα κρέατα με το ύφασμα που έγινε κατακόκκινο μια και το αίμα κάλυψε όλα τα χρώματα και τα σχέδια του μεταξωτού.
Αδεκεί έμεινε μαρμαρωμένος ο κύριος Σάκης, κοιτάζοντας με στυλωμένο μάτι τα αίματα να απλώνονται στο μαρμάρινο πλατύσκαλο, μέχρι που τον αναζήτησαν από την ταβέρνα. Η πολυκατοικία δεν είχε πάρει πρέφα το συμβάν, πιθανότατα η καημένη Ελίζα δεν θά'χε βγάλει κιχ. «Δες τι μ' έκανε να κάνω η παλιόγρια, όχι, δες» είπε στο μικρό που τον έψαχνε -και τον βρήκε.
Παρασκευή, Μαΐου 22, 2009
347. των ελλήνων οι κοινότητες
μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ μπλιαχ
Πέμπτη, Απριλίου 23, 2009
346. εννιά περάσματα μετά το θάνατό σου
και είναι η πρώτη χρονιά που οι κονσερβαρισμένες ευχές και τα αγκαλιάσματα σε φύλλα σελοφάν δεν ήταν υποχρεωτικά επειδή αυτό το Μεγάλο Ψέμμα έσβησε ξαφνικά και διαλύθηκε όπως το κύμα του χρόνου μοιράζεται και χάνεται σε στιγμές που μπορεί να είναι ανύπαρκτα φαντάσματα και σε αυτή τη διάλυση βοήθησε η θυγατρική στοργή που μου προσφέρθηκε με τέτοια πληρότητα που δεν πίστευα ότι μπορούσε να υπάρξει κάπου αλλά στη δική μου πραγματικότητα φαίνεται πως όλα χωράνε
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




This is a FunEL









