Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 17, 2009

355. Εκείνη που δεν έκλανε ποτέ


Μια φορά, ήταν μια γυναίκα που δεν έκλανε. Θα μπορούσε να ήταν ένας άντρας που δεν έκλανε, αλλά αυτό θα ήταν εντελώς παράλογο. Στους άντρες αρέσει να κλάνουν και συχνότατα κάνουν και διαγωνισμό κλανιάς και μάλιστα σε ώρες εργασίας -όταν οι γυναίκες απουσιάζουν, φυσικά. Για τούτο προτίμησα να βάλω μια "γυναίκα που δεν έκλανε" στη μικρή μου ιστορία. Ηδη, τη σκεφτομαι πολύ παράλογη αυτή την ιστορία, μη κάνω όμως και υπερβολές! Ας κρατηθεί μια ισορροπία τεσπα.

Η γυναίκα που δεν έκλανε, είχε διδαχτεί περί κλανιάς απο μικρή ηλικία, από τα νηπιακα της χρόνια. Είχε μάθει δλδ πόσο κακό είναι να κλάνει κανείς, ιδιαίτερα ένα κοριτσάκι που κάποτε θα μεγάλωνε και θα γινόταν μια πεντάμορφη κοπέλα και, αργότερα, μια όμορφη και κομψή κυρία.

Στο σπίτι, τη διαπαιδαγώγηση αυτή την είχαν αναλάβει όλα τα θηλυκά που την περιστοίχιζαν: η μάνα, οι γιαγιάδες, οι θείες, οι ξαδέρφες. Στο σχολείο, οι δασκάλες και οι συμμαθήτριες. Για να κάνει παρέα με ένα κοριτσάκι της ηλικίας της, το πρώτο ερώτημα που έβαζε ήταν «μήπως κλάνεις;» και, σε θετική απάντηση, απέρριπτε τη φιλία, ακόμα και την απλή συναναστροφή, με τέτοιου είδους κορίτσια. Ετσι την είχαν μάθει και της άρεσε κιόλας.

Υπερηφανευόταν γι αυτό το ιδίωμά της. Θεωρούσε ότι ήταν μια εξαιρετική συμπεριφορά, μια δοκιμασία για λίγους και εκλεκτούς, ένας τρόπος που υποδείκνυε την ανωτερότητά της μπροστά στον υπόλοιπο κλανιάρη και, ως εκτούτου, βρωμιάρη κόσμο. Στην αρχή, βεβαια, το συγκράτημα της εξαγωγής των αερίων από το τελευταίο τμήμα του πεπτικού σωλήνα, ήταν κάτι τι οδυνηρό. Σφιγγόταν, πονούσε, κοκκίνιζε, συστρεφόταν, αλλά πετυχαινε να μη κλάσει. Και καμάρωνε ανακοινώνοντας αρχικά με ζωηρή φωνή το επίτευγμά της «μαμά, δεν έκλασα!» και αργότερα, όταν κατάλαβε ότι αυτό το θέμα είναι ιδιωτική της υπόθεση, καμάρωνε απο μέσα της.

Μεγαλωνε λοιπόν, αλλά παράλληλα φούσκωνε κιόλας. Στα δέκα της χρόνια ήταν ήδη σαν μπαλόνι. Την πήγαν στο γιατρό και εκείνος συνέστησε δίαιτα, φρούτα και λαχανικά και τέτοια. Πού να φανταστεί ο άνθρωπος ότι ήταν εμποδισμένη μια φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού από μια εξαιρετικά προσεγμένη και επίμονη διδαχή, ότι η απαγόρευση της κλανιάς είχε γίνει στη μικρή βίωμα εξ απαλών ονύχων;

Με την αύξηση φρούτων και λαχανικών στο μενού, η κατάσταση επιδεινώθηκε μια και, όπως ξέρουμε, τα φυτικά τρόφιμα παράγουν πολύ περισσότερα αέρια από τα υπόλοιπα. Ετσι, το κορίτσι φούσκωσε περισσότερο. Στα δεκαεφτά ήταν πια ένα τέρας. Το παράξενο για τους συγγενείς και όσους τη γνώριζαν ήταν ότι το βάρος δεν ήταν τόσο που να δικαιολογεί τον όγκο του σώματος. Είχε φυσιολογικό βάρος για το ύψος της, μάλλον προς το αδύνατο θα την έλεγε κανείς αν δεν ήταν τόσο φουσκωμένη.

Ξαναπηγαν στο γιατρό, πήγαν και σε ειδικό διαιτολόγο, αλλά τίποτα. Καμμιά δίαιτα δεν είχε επιτυχία. Η κοπέλα φούσκωνε όλο και περισσότερο. Στα είκοσι πλέον, τα αέρια είχαν διαπεράσει το πεπτικό σύστημα (φαινόμενο διαπίδυσης) και είχαν αρχίσει να διοχετεύονται προς άλλα συστήματα. Πρώτα, έθιξαν το κυκλοφορικό, αρτηρίες και φλέβες γίναν τούμπανο και ακουγόταν το αίμα να ρέει σαν χείμαρρος μέσα τους, ενας θόρυβος που μπορούσε να ακουστεί και από κάποια απόσταση. Μετά, σειρά είχε το νευρικό σύστημα. Τα νεύρα κόντευαν να παραλύσουν, η κοπέλα ένοιωθε ένα διαρκές μούδιασμα και δύσκολα μπορούσε να μετακινηθεί.

Ολα αυτά, τα άντεχε με στωικότητα, μέχρι που τα συμπιεσμένα αέρια έφτασαν να προσβάλλουν το δέρμα, έβρισκαν μια υποτυπώδη διέξοδο από τους πόρους του δέρματος και, μια και είχαν γίνει εξαιρετικά βρωμερά, οι πόροι ανέδυαν μιαν απαίσια οσμή. Κανείς δεν την πλησίαζε κοντύτερα από τα είκοσι μέτρα τουλάχιστον. Ηταν σαν κινούμενος απόπατος -όσο μπορούσε να κινηθεί δηλαδή.

Εντωμεταξύ, η περίπτωσή της είχε γίνει αντικείμενο επιστημονικών συνεδρίων, την παρακολουθούσαν πλέον όχι απλοί γιατροί αλλά καθηγητές πανεπιστημίων και μάλιστα σε διεθνές επίπεδο, αρκετές διατριβές είχαν γίνει επάνω στην παράξενη αυτή και μοναδική ασθένεια. Μέχρι που κάποιος είχε τη φαεινή ιδέα να τη στείλει σε ψυχαναλυτή, στον οποίο εκείνη εμπιστεύτηκε το μεγάλο μυστικό της: «γιατρέ μου, δεν κλάνω, δεν έκλασα ποτέ μου, δεν θυμάμαι δηλαδή να έκλασα ποτέ μέχρι τώρα» του είπε και ο γιατρός κόντεψε να πάθει εξάρθρωση της σιαγόνας από το τρελό γέλιο που τον συντάραξε. Επειδή όμως ήταν καλός γιατρός, αν και ψυχίατρος, συγκρατήθηκε και είπε στην "ασθενή" ότι θυμήθηκε κάποιο ανέκδοτο που του είχαν διηγηθεί την προηγούμενη μέρα.

Ο ψυχίατρος, ναι μεν ήταν καλός γιατρός αλλά ήταν παράλληλα κακός συνάδελφος κι έτσι δεν αποκάλυψε το μυστικό στους συναδέλφους του μελετητές της παράξενης ασθένειας. Ηθελε όλη τη δόξα δική του. Με το μαλακό λοιπόν, χωρίς να βιάζεται καθόλου, συνέχισε τις συνεδρίες με την γυναίκα που δεν έκλανε ποτέ. Ισως να ήταν σκόπιμη κιόλας αυτή η συμπεριφορά, να μη της αποκαλύψει δηλαδή ότι η εξαγωγή των αερίων είναι φυσιολογικό πράγμα και ότι η συγκράτησή τους δεν είναι κανένα κατόρθωμα, γιατί έτσι θα αναποδογύριζε τον κόσμο μέσα στον οποίο είχε ζήσει αυτή η γυναίκα μέχρι τότε και δεν μπορούσε να προδικάσει το αποτέλεσμα ενός τόσο τραυματικού σοκ.

Επίσης, σκεφτόταν τον τρόπο με τον οποίο θα έκανε την αποκάλυψή του. Θα έπρεπε να οργανώσει πολύ μεθοδικά την ανακοίνωση που θα έκανε σε ένα διεθνές συνέδριο, να έχει κρατήσει μετρήσεις, στατιστικά στοιχεία, ποσοστά, όλα αυτά δηλαδή που κάνουν μια μελέτη αξιόπιστη. Ετσι, πύκνωσε τις συνεδρίες και έβλεπε τη γυναίκα πολύ συχνά, κάποτε και δυο φορές τη μέρα και δωρεάν μάλιστα, μια και οι οικονομίες της οικογένειάς της κόντευαν να εξανεμιστούν. Δικαιολόγησε τη συμπεριφορά του με τη μισή αλήθεια, ότι μελετάει εκτενώς και σε βάθος τη περίπτωση και ότι συντομα θα υπάρξει θετικό αποτέλεσμα. Απέκρυψε φυσικά το δικό του όφελος, το ότι θα γινόταν παγκοσμίως γνωστός ως ο μεγάλος θεραπευτής. Αυτό, άλλωστε, δεν είχε καμμιά σημασία για τη γυναίκα και τους συγγενείς, αφού θα απαλλασόντουσαν απο το χρόνιο πρόβλημα. Θα κέρδιζε ο γιατρός, αλλά θα κέρδιζαν και αυτοί -ιδίως η γυναίκα.

Κάποτε όμως, συμβαίνει να μη θέλει κάποιος να ωφεληθεί αν γνωρίζει πως μαζί με αυτόν θα ωφεληθούν και άλλοι. Ετσι, πολύ καλά έκανε ο γιατρός -δεινός γνώστης της ανθρώπινης ψυχής και συμπεριφοράς- και δεν ανακοίνωσε πόσο πολύ μεγάλη ωφέλεια θα είχε και ο ίδιος. Σε στιγμές μεγαλοψυχίας μάλιστα, έπιανε τον εαυτό του να σκέφτεται να προσφέρει τμήμα των οικονομικών του απολαβών εξαιτίας της συγκεκριμένης περίπτωσης στη γυναίκα πειραματόζωο. Μπα, μετά από δεύτερη σκέψη το απέρριπτε εντελώς. Ούτε κουβέντα θα έβγαζε απο το στόμα του, ούτε φράγκο απο τη τσέπη του.

Η γυναίκα που δεν έκλανε είχε φτάσει αισίως στην ηλικία των εικοσιτριών χρόνων παρά κάτι και δεν ήταν κι από μάρμαρο. Οι συνεχείς επαφές με το γιατρό ξύπνησαν κάτι που κοιμόταν μέσα της, ένα συναίσθημα ξεχασμένο -καταπιεσμένο ή, μάλλον, άγνωστο- και άρχισε να τον συμπαθεί πολύ. Αλλά και ο γιατρός τη συμπαθούσε, όπως συμπαθεί κάποιος ένα ζωάκι, μια γατούλα ή έναν ελέφαντα. Τον συμπάθησε τόσο πολύ που δεν τον απέρριψε μια μέρα που τον άκουσε να κλάνει. Μάλιστα. Κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίας, ακούστηκε μια ηχηρή κλανιά να σκίζει τη δερμάτινη επένδυση της καρέκλας του γιατρού. Η γυναίκα ντράπηκε για λογαριασμό του, αλλά δεν το έδειξε. Δεν μύρισε και τίποτα, μια και η δική της βρωμερή οσμή σκέπαζε τα πάντα.

«Ακουσες τι έκανα τώρα;» ρώτησε ο γιατρός και κείνη απάντησε «μα, κλάσατε! και μαλιστα θορυβωδώς.» Εκείνος όμως επέμενε λέγοντας «αμόλησα μια ηχηρή πορδή! αυτό έκανα. Για πες κι εσύ τη λέξη "πορδή"» αλλά η γυναίκα «δεν μπορώ, δεν μπορώ ακόμα» είπε. Τελοσπάντων, με τα πολλά, ξεκίνησαν ένα μάθημα γλωσσολογίας περί των ουσιαστικών, επιθέτων και ρημάτων, όλων των λέξεων που τριγυρνούν γύρω από την εξαέρωση του πεπτικού συστήματος. Μετά από μερικές συνεδρίες, εκείνη άρχισε να το σκέφτεται στα σοβαρά να επιτρέψει στον εαυτό της να κλάσει έστω για μια φορά.

Αυτή τη σκέψη όμως δεν την είπε στο γιατρό της, που ίσως να λάβαινε κάποια μέτρα, έτσι, μια μέρα, ενώ βάδιζε στο δρόμο προς το ιατρείο, εγκατέλειψε τη συστολή της και επέτρεψε στο κόλον έντερον να εκδηλώσει τη σφοδρή του επιθυμία, αυτό που επιθυμούσε εδώ και χρόνια και ο εγκέφαλος δεν του επέτρεπε να πράξει. Με δυο λόγια, η γυναίκα που δεν έκλανε αμόλησε μια τρομερή πορδή και σείστηκε το σύμπαν γύρω της. Τρίξαν τα τζάμια στα παράθυρα, μέχρι και στα ρετιρέ των πολυκατοικιών. Ο τόπος βρώμισε λες και βράζαν χταπόδι κι ακόμα χειρότερα, σαν να περνούσε το βυτιοφόρο "Ο Αχόρταγος" με ανοιχτό το καπάκι ή σα να κάναν παρελαση τα σκουπιδιάρικα του Δήμου τίγκα στο σκουπίδι.
Εκτός αυτού, η γυναίκα ξεφούσκωσε απότομα, όπως ακριβώς ένα παραφουσκωμένο μπαλόνι που του αφήνεις ελεύθερο το στόμιο. Ξεφουσκώνοντας, πεταξε ψηλά στον αέρα, έφερε μερικές σβουριχτές βόλτες πηγαίνοντας όλο και ψηλότερα, και στο τέλος χάθηκε στα σύννεφα. Ετσι, έχασε ο γιατρός το αντικείμενο της διατριβής του, η γυναίκα που δεν έκλανε -αλλά τελικά έκλασε- τη ζωή της, οι γονείς τη κορη τους και οι επιστήμονες του διεθνούς συνεδρίου μια εξαιρετική επιστημονική ανακοίνωση.

Εκεί ακριβώς, επενέβη ο παπάς της ενορίας και δήλωσε ότι η γυναίκα που δεν έκλανε ήταν υπόδειγμα ηθικής και σίγουρα πήγε στον παράδεισο -κατευθείαν, χωρίς τη μεσολάβηση του Χάρου. Τη στιγμή μάλιστα που δεν βρέθηκε σώμα για να ταφεί, είχε συμβεί ένα θαύμα. Απλά πράγματα.
_____________________________
ΣΗΜ.1. στους στενόμυαλους αναγνώστες πρέπει να εξηγήσω ότι η ιστορία είναι φανταστική και ότι το πεπτικό σύστημα δεν έχει καμμια σχέση με το κυκλοφορικό ή/και με το νευρικό, καθώς επίσης ούτε και με το δέρμα.
ΣΗΜ.2. στους πιο ανοιχτόμυαλους, συνιστώ να διαβάσουν το κείμενο μεταφορικά, δηλαδή σχετικά με ανθρώπινες συμπεριφορές, κλπ.
ΣΗΜ.3. οι εξαιρετικά ανοιχτόμυαλοι δεν χρειάζονται υποδείξεις. Διαβάζοντάς το, θα το μεταφέρουν σε παγκόσμια κλίμακα σχετίζοντάς το με γεγονότα, φιλοσοφίες, κινήματα, κλπ.
-->> 3η εικονα απο www.animexpansion.com/

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 06, 2009

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 02, 2009

353. το χαμένο κύρος

Μια φορά, ήταν ένας που έψαχνε να βρει το κύρος του. Κάπου τού είχε παραπέσει, κάπου το είχε βάλει και δεν θυμόταν πού ακριβώς, κάποιος τού το είχε κλέψει... τι ακριβώς από όλ' αυτά συνέβαινε, θα σας γελάσω. Πάντως, το κύρος είχε χαθεί και ο άνθρωπος το έψαχνε.

Πρώτα πρώτα, έψαξε στον κόμπο της γραβάτας του. Κοιτάχτηκε προσεχτικά στον καθρέφτη, η γραβάτα ήταν οκ, δεν της έλειπε καθόλου κύρος. Μια και βρέθηκε μπροστά στον καθρέφτη, επιθεώρησε προσεκτικά ολόκληρο το παρουσιαστικό του και είδε πως όλα επάνω του είχαν κύρος: τα ρούχα του είχαν κύρος, τα παπούτσια του επίσης, τα κοντοκουρεμένα και καλοχτενισμένα μαλλιά του βρισκόντουσαν τίγκα στο κύρος, τα νύχια του γεμάτα κύρος επίσης, όπως και τα δόντια, τα αυτιά, τα ρουθούνια.

Αποφάσισε να γδυθεί και να ξανακοιταχτεί ολόγυμνος. Οι μασχάλες του πεντακάθαρες και μοσχομυριστές, τα αχαμνά ζωηρά και πεντακάθαρα επίσης, η κοιλιά επίπεδη, η τριχοφυία ομαλή και ισόρροπα κατανεμημένη. Ολο το εξωτερικό του ήταν γεμάτο κύρος, αλλά το πρόβλημα παρέμενε: Εψαχνε το κύρος το "δικό" του, όχι το κύρος των ρούχων, του σώματος και της επιδερμίδας του. Σκέφτηκε πως μάλλον έψαχνε σε λάθος τοποθεσίες. Αλλά πάλι, ίσως και να μη γνώριζε στ' αλήθεια πού ακριβώς να ψάξει. Για τούτο, αποφάσισε να βγει στο δρόμο να ρωτήσει τυχαία μερικούς περαστικούς πού βρίσκεται το δικό τους κύρος, μήπως μάθει περισσότερα.

Πρώτα, ρώτησε ένα μπογιατζή που βρέθηκε στο δρόμο του. Ηταν πολύ νωρίς το πρωί, βλέπετε, και οι μπογιατζήδες πιάνουν νωρίς δουλειά. Ο μπογιατζής απάντησε ότι το κύρος του βρίσκεται στις βούρτσες και στις μπογιές του. Ο άνθρωπός μας δεν είχε ούτε βούρτσες ούτε μπογιές, αλλά δεν απελπίστηκε και ρώτησε ένα ταξιτζή κι ο ταξιτζής απάντησε ότι το κύρος του βρίσκεται στην κατάσταση και τη ποιότητα του οχήματος, καθώς και στο ταξίμετρο. Ενας ανθοπώλης είπε πως το δικό του κύρος βρίσκεται στη φρεσκάδα των λουλουδιών του κι ένας φούρναρης στη φρεσκάδα του ψωμιού που ξεφούρνιζε εκείνη την ώρα.

Ο άνθρωπός μας, σκέφτηκε να ρωτάει στο εξής μήπως βλέπουν οι άλλοι το δικό του κύρος, να τού πούνε πού είναι. Μπήκε σε μια τράπεζα και ρώτησε το διευθυντή κι εκείνος του απάντησε να πάει να ισιώσει τη γραβάτα του και να σφίξει λίγο τον κόμπο και τότε θα βρει το κύρος του. Μπήκε σε ένα πανεπιστήμιο και ρώτησε τον πρύτανη κι εκείνος του απάντησε να πάει να χαλαρώσει αρκετά τον κόμπο της γραβάτας του ή ακόμα και να τη βγάλει εντελώς και τότε θα βρει το κύρος του. «Αχ, αυτή η γραβάτα» σκεφτηκε, κι αποφάσισε να τη βγάλει και να τη βάλει στη τσέπη του.

Προχωρούσε στο δρόμο και οι συνάνθρωποί του σκουντουφλούσαν πάνω του, τον έσπρωχναν, κανείς δεν του έδινε σημασία. Με ή χωρίς γραβάτα, κύρος γιοκ. Αρα; Αρα, πιθανότατα, το κύρος του, το δικό του κύρος, δεν βρισκόταν σε φανερό σημείο, αλλά κάπου αλλού -αλλά πού;

Τον έβλεπα να αγωνιά και θέλησα να τον βοηθήσω. Του πρότεινα λοιπόν, να ανέβει σε ένα κασόνι στη Κεντρική Αγορά και να κάνει τον Καραγκιόζη, να εξευτελίσει τον εαυτό του όσο περισσότερο μπορεί, να αυτοσαρκαστεί δηλαδή. Του θύμισα αρχαίους σοφούς, παροιμίες, λαϊκές ιστορίες, παροιμιόμυθους, αλλά η προτροπή μου δεν είχε επιτυχία. Ο άνθρωπος που έψαχνε το κύρος του, μου δήλωσε «δεν θα γίνω εγώ γελοίος για να αποκτήσω κύρος» κι έχασε τη μοναδική ευκαιρία της ζωής του να το βρει. Γιατί, όταν έχεις τη δύναμη να γίνεσαι ο ίδιος γελοίος, να σαρκάζεις τον εαυτό σου, κανείς δεν μπορεί να σε γελοιοποιήσει περισσότερο. Αυτό το γνώριζαν πολύ καλά οι αρχαίοι σοφοί, όπως π.χ. ο μεγάλος σοφός Δημόκριτος, που είχε τεράστιο κύρος!

Στις μέρες μας όμως, το κύρος αναζητείται σε μέρη όπου η προσωπικότητα του ανθρώπου βασίζεται σε εξωτερικά γνωρίσματα, πολύ μακριά απο το πνεύμα του δηλαδή, και αυτό είναι κρίμα γιατί πώς να βρεθεί κάτι τι εκεί όπου είναι αδύνατο να υπάρξει; Ε;

Ο άνθρωπός μας όμως ψάχνει ακόμα και αυτό το βρίσκω πολύ θετικό: Υπάρχει ελπίδα να αποκτήσει κάποτε κύρος!

Πέμπτη, Αυγούστου 27, 2009

Παρασκευή, Ιουλίου 24, 2009

351. Ενα λεμόνι αν θέλεις στείλε μου




..και τι σου ζήτησα, ε; ένα λεμόνι, ένα πράσινο λεμόνι, ένα λεμονάκι πράσινο μονάχα.. κι εσύ μου είπες «μα τα πράσινα λεμόνια δεν έχουν ζουμί» αλλά εσύ τι ξέρεις από λεμόνια και ζουμιά; σάματις μπήκες ποτέ στη γκουζίνα; ούτε απέξω δεν περνάς γιατί μυρίζει σκορδίλα.. αλλά το τζατζικάκι το τρως και για τη σκορδαλιά σπας τα τέλια λέμε.. αλλά τι να σε κάνω που με αρέσεις μάγκα και με αρέσει να μαγειρεύω κιόλας και πού να βρίσκω άλλον να τρώει με τόσην όρεξη τα σουτζουκάκια μου και το ιμάμ; ε; αλλά το πράσινο λεμόνι δε θα το αφήσω να πάει έτσι, να περάσει απαρατήρητο που λένε, και για τούτο το βγάζω στα φόρα.. Αμάν πια! Νάτο νάτο το λεμονάκι!!!


Σάββατο, Ιουλίου 11, 2009

350. αναζητώντας την έκφραση

Ζητούσε απεγνωσμένα να εκφραστεί αλλά δεν είχε τίποτα να εκφράσει. Τη συγκίνησή του την είχε εκφράσει άπειρες φορές και δεν του είχε απομείνει άλλη συγκίνηση, ούτε σταγόνα λέμε, κι έτσι έψαχνε μήπως είχε κάτι τι άλλο, κάτι κρυμμένο στα κατάβαθα της καρδιάς ή και του μυαλού που ήθελε να βγει έξω να εκφραστεί όμως τα πράγματα ήταν δύσκολα γιατί όσο και να σφιγγόταν τίποτα δεν έβγαινε ούτε ένας ήχος ούτε μια μουτζούρα στο χαρτί ούτε μια πινελιά στον τοίχο της κουζίνας, άσε που η κουζίνα είχε πλακάκια και να έβαζε πινελιά θα εξαφανιζόταν μόλις η καθαρίστρια θα έπλενε τους τοίχους της κουζίνας, ενώ εκείνος θα αναγκαζόταν να τσακωθεί μαζί της και θα την έχανε γιατί τέτοιες καριόλες είναι οι καθαρίστριες σήμερα, σε παρατάνε με το παραμικρό, ούτε μια ξεγυρισμένη ξανάστροφη δεν μπορείς να τους ρίξεις.. και τότε σκέφτηκε το βιτριόλι: Ναι, αυτή ήταν μια πρώτης τάξεως έκφραση, ήταν Η έκφραση! Ολα τα καταπιεσμένα του, όλος ο δημιουργικός του εαυτός θα έβγαινε, θα παραδινόταν στη κοινωνία προς κρίση και -ασφαλέστατα- προς έγκριση. Φόρεσε μια άσπρη μπλούζα και άρχισε να τρέχει προς το φαρμακείο. Οπως έτρεχε, δεκάδες κλανιές του φεύγαν σαν ριπές μυδραλιοβόλου, αλλά δεν τους έδινε σημασία, μπορεί να μη τις ένοιωθε καν. Μόλις έφτασε στο φαρμακείο, το βρήκε κλειστό. Ενοιωσε εξαιρετικά ξαλαφρωμένος, οι κλανιές είχαν κάνει καλή δουλειά, έτσι η καθαρίστρια τη γλίτωσε ακόμα μια φορά. Πιθανότατα λόγω της φασολάδας που του είχε μαγειρέψει την προηγούμενη μέρα.

Τετάρτη, Ιουλίου 01, 2009

349. Ερωτας με το πλυντήριο ή ο Αριστείδης και το πλυντήριο

Είμαι ικανός να βάζω μπουγάδες συνέχεια, τόσο λατρεύω το πλυντήριό μου. Ο έρωτας αυτός ξεκίνησε στη νηπιακή μου ηλικία, από τότε που με ακούμπαγε η αγαπημένη μου μαμά στο καρεκλάκι μπροστά στην οθόνη του πλυντηρίου, να χαζεύω τα χρωματιστά ρούχα που στροβιλιζόντουσαν ανάμεσα σε συννεφάκια σαπουνάδας, για να κάνει απερίσπαστη τις δουλειές της.

Συχνά, με παράταγε εκεί ώρες ατέλειωτες -για κείνη ατέλειωτες, επειδή για μένα ο χρόνος τέλειωνε σύντομα μαζί με το τέλος της κάθε μπουγάδας- και είχε να το λέει, πως είχε βρει το μήνα που θρέφει τους έντεκα με αυτό το κόλπο. Μπορούσε να πηγαίνει στις φιλενάδες της για καφέ ή χαρτάκι, μπορούσε να πηγαίνει για ψώνια στη λαϊκή ή στο σούπερ μάρκετ, ήσυχη ότι εγώ, το αγαπημένο της μπεμπέκι, το Αριστειδάκι της, θα έμενα κολλημένος στο καρεκλάκι μου να χαζεύω μαγεμένος το πλυντήριο.

Μεγαλώνοντας, το όνειρό μου -πέρα από σπουδές και τρόπο επιβίωσης- ήταν να αποκτήσω ένα πλυντήριο. Ενα πλυντήριο τουλάχιστον. Να του αφοσιωθώ δια βίου. Να του βάζω ατέλειωτες μπουγάδες, συνέχεια να κάνω μπουγάδες, με διάφορα ρούχα, άσπρα, μαύρα, χρωματιστά, με διάφορα σαπούνια, άσπρα και χρωματιστά.

Φυσικά, σπούδασα σε ΙΕΚ με ειδικότητα επισκευαστής πλυντηρίων. Ετσι, εκτός από το δικό μου πλυντήριο, έχω την ευκαιρία να επισκέπτομαι ένα σωρό άλλα πλυντήρια με άλλοθι το επαγγελματικό μου ενδιαφέρον. Οπως π.χ. ένας γυναικολόγος έχει άλλοθι το επάγγελμά του και εξετάζει ένα σωρό μουνιά συν εκείνο της δικής του γυναίκας. Αν είναι και μουσουλμάνος, έρε γλέντια, θα έχει και μόνιμο χαρέμι λόγω θρησκείας.

Εμένα, οι γυναίκες δεν μου λένε και πολλά πράγματα. Ούτε η τιβί μου λέει, αν και έχει οθόνη και το κουτί της μοιάζει με μικρό πλυντήριο, όπου αναδεύονται ένα σωρό χρώματα, μόνο που είναι μαύρο. Ασε που προτιμώ χίλιες φορές τον ήχο του πλυντηρίου από τις φωνάρες που βάζουν οι προσκεκλημένοι των καναλιών.

Ο ήχος του πλυντηρίου είναι προβλεπόμενος μεν, αλλά ωραία προβλεπόμενος, όπως, ας πούμε, ένας γυναικείος οργασμός. Οταν έχω προβλέψει σωστά το βάρος και τον όγκο των ρούχων, το πλυντήριο γουργουρίζει ευτυχισμένο, ενώ αν το παραφορτώσω -πράγμα που συμβαίνει όλο και πιο σπάνια- διαμαρτύρεται έντονα και καμιά φορά τα φτύνει, αφήνοντας τα ρούχα μισοστιμένα. Ισως κάπως έτσι να με έφτυνε μια γυναίκα, αν της γινόμουν υπερβολικά φορτικός, κάτι που γλιτώνω τώρα γιατί με το πλυντήριο μπορώ να επανορθώσω αμέσως, ενώ τη δυσαρεστημένη γυναίκα πού να τη ξαναβρώ και να της εξηγώ και να την κάνω να δεχτεί να ξαναδοκιμάσει μαζί μου...

Μερικές φορές, τόλμησα να το απατήσω με την ηλεκτρική κουζίνα, αλλά δεν είχε τόσο γούστο να κοιτάζω το ταψί που ψηνόταν στο φούρνο ούτε την κατσαρόλα που έβραζε στο μάτι. Επειδή όμως πεινάω και πρέπει να τρώω κάπου κάπου, σκέφτομαι να κατασκευάσω μια πολυσυσκευή, ένα πλυντηριοκούζινο με ταυτόχρονες δυνατότητες ψυξης. Ετσι, θα μπορώ να έχω όλα όσα ποθεί ένας άντρας: φαγητό, καθαρά ρούχα, παγωμένες μπίρες και φραπέ.

Η αλήθεια είναι ότι μου είναι πολύ δύσκολο να μοιραστώ αυτό το πάθος μου με φίλους ή συναδέλφους στη δουλειά, όταν με ρωτάνε πώς τρέχω σπίτι έτσι βιαστικός και με πειράζουν πως τάχα κάποια γυναίκα με έχει ξελογιάσει. Τι να τους πω δηλαδή; Οτι αγάπησα ένα πλυντήριο;

Κι όμως, δεν το βρίσκω κακή ιδέα να βαφτίσω το αγαπημένο μου αντικείμενο με ένα όνομα γυναικείο, να το πω Ελένη ή Ελενα ή Χελένα, ακόμα καλύτερα. Ετσι, έτσι, μια γυναικάρα γερμανίδα, η Χελένα, με έχει ξελογιάσει και της χώνω αβέρτα μπουγάδες και χύνω μαζί της μυριάδες φορές και εκείνη σκούζει ηδονικά και γουργουρίζει σα γατούλα από ευχαρίστηση, τέτοια θα τους διηγούμαι και δε θα λέω και ψέμματα!


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...