Σάββατο, Ιουλίου 24, 2010

391. τα μάτια της έκαναν πουλάκια


Ενα πρωινό, μόλις ξύπνησε, άνοιξε τα μάτια και κοίταξε το ταβάνι. Εκείνην ακριβώς τη στιγμή, ξεκόλλησε ένα κομμάτι σοβάς, μεταμορφώθηκε σε άσπρο πουλί και άρχισε να πετά μέσα στο δωμάτιο. Η κοπέλλα βιάστηκε να σηκωθεί, άνοιξε το παράθυρο, έδιωξε το πουλί και πήγε στην κουζίνα για καφέ. Μόλις άνοιξε την καφετιέρα, ένα καφετί πουλί ξεπήδησε από μέσα κι άρχισε να φτερουγίζει γύρω γύρω πάνω από το κεφάλι της. Ανοιξε το παράθυρο της κουζίνας κι έδιωξε το πουλί. Πήγε στο λουτρό, χωρίς να πιει καφέ, κι όπως κοίταζε τα πράσινα πλακάκια που καθρεφτιζόντουσαν πίσω της, ένα πρασινωπό πουλί ξεφύτρωσε από μέσα τους κι άρχισε να κόβει βόλτες στον περιορισμένο χώρο της μπανιέρας. Η κοπέλλα σκέφτηκε «παλιά μου τέχνη κόσκινο» κι άνοιξε το παραθυράκι του φωταγωγού για να φύγει το πουλί. Εκείνο, δίστασε για λίγο και μετά χάθηκε κρώζοντας. Ηταν ένα πουλί μεγαλούτσικο και σίγουρα θα δυσκολεύτηκε να βρει διέξοδο προς τον ουρανό. Η κοπέλλα πλύθηκε, έλουσε και τα μαλλιά της, και ξαναγύρισε στο υπνοδωμάτιο για να ντυθεί. Οπως άνοιγε τη ντουλάπα και κοίταζε τα ρούχα της για να διαλέξει τί να φορέσει, δεκάδες πουλιά βγήκαν με ορμή από τη ντουλάπα πεταρίζοντας σαν τρελλά, σαν να είχαν γλιτώσει μόλις από μια στενάχωρη φυλακή. Το παράθυρο είχε μείνει ευτυχώς ανοιχτό, κι έτσι τα πουλιά έφευγαν προς τα έξω χωρίς να καταβάλλει προσπάθεια να τα διώξει. Διάλεξε ένα συνολάκι φούξια -παντελόνι, μπλούζα- και το φόρεσε, ενόσω τα πουλιά συνέχιζαν να βγαίνουν, να πετούν προς το παράθυρο και να χάνονται στον ουρανό του ακάλυπτου χώρου της πολυκατοικίας. Μόλις ντύθηκε, έκλεισε τη ντουλάπα, έκλεισε και το παράθυρο, βγήκε από το υπνοδωμάτιο και πήγε στο καθιστικό του μικρού της διαμερίσματος, να πάρει την τσάντα της να πάει στη δουλειά της. Τα πουλιά που ξεφύτρωναν από ταβάνια και τοιχους, από πλακάκια και ντουλάπες, από καφετιέρες και κατσαρολικά, δεν την ξάφνιαζαν πλέον. Είχε παρατηρήσει ότι την παρουσία των πουλιών ήταν σαν να τη δημιουργούσε το βλεμμα της, γιατί όταν δεν κοίταζε πουθενά -ή μάλλον, όταν είχε τα μάτια κλειστά- πουλιά δεν φανερωνόντουσαν. Ετσι ένοιωθε, τουλάχιστον, μια και, με κλειστά μάτια δε γινόταν να βλέπει τί συνέβαινε γύρω της. Η κοπέλλα ξεκίνησε για τη δουλειά της, ήταν ψιλοαργοπορημένη κιόλας εξαιτίας των πουλιών, με γρήγορο βηματισμό, έτρεχε σχεδόν και, όπως έτρεχε, χιλιάδες πολύχρωμα πουλιά στροβιλιζόντουσαν γύρω της. Αλλα ξεπρόβαλλαν από τις δεντροστοιχίες, άλλα ξεφύτρωναν από τις πλάκες των πεζοδρομίων, άλλα όρμαγαν απο τις βιτρίνες των μαγαζιών, άλλα ξεκόλλαγαν από τους τοίχους των πολυκατοικιών, άλλα φανερωνόντουσαν ξεσκίζοντας τις λαμαρίνες των αυτοκινήτων. Τα πουλιά είχαν κατακλύσει τη μικρή της γειτονιά, στη στάση του λεωφορείου γέμιζαν τις ταμπέλες, μυριάδες άραζαν πάνω στα κάγκελα των παρτεριών. Η κοπέλα ήταν αδύνατο να κλείνει τα μάτια για να μη ξεφυτρώνουν πουλιά, φοβόταν μη σκοντάψει. Το θέμα των πουλιών έγινε πρώτη είδηση στη μικρή πόλη, ο Δήμαρχος έστειλε πρώτα την Πυροσβεστική και μετά έκανε έκκληση στο στρατό να έρθει να βοηθήσει, η κυβέρνηση κήρυξε τον τόπο αυτόν ως "εκτάκτου ανάγκης" και ζήτησε βοήθεια από διάφορους ειδικούς, καθώς και από τα γειτονικά κράτη. Οσο κυκλοφορούσε όμως η κοπέλα -κι όσο είχε τα μάτια της ανοιχτά, εννοείται- τα πουλιά δεν λέγαν να πάψουν να εμφανίζονται. Το ευτύχημα ήταν πως κανείς δεν σκέφτηκε να ταυτίσει την κοπέλα με την παρουσία των πουλιών, κανείς δεν θα μπορούσε να το αντιληφθεί -εκτός αν το απεκάλυπτε η ίδια- και η κοπέλα δεν ήταν τόσο κουτή ώστε να θελήσει να συγκεντρώσει πάνω της τα πυρά όλης της κοινωνίας του τόπου της. Τα βράδια, όταν η κοπέλα πήγαινε για ύπνο κι έκλεινε τα μάτια, τα πουλιά εξαφανιζόντουσαν. Μια χειμωνιάτικη νύχτα όμως, η κοπέλα είχε αϋπνίες. Εκανε κρύο, τα παράθυρα ήταν κλειστά. Το πρωί βρέθηκε νεκρή στο υπνοδωμάτιό της, πνιγμένη ανάμεσα σε χιλιάδες μαύρα πουλιά, που της είχαν κόψει την ανάσα. Τα πουλιά είχαν κι αυτά ψοφήσει, είχαν σκάσει από ασφυξία -τόσα πολλά, στοιβαγμένα σε ένα τόσο μικρό χώρο...

___________________________
photo from: http://www.lauraalejo.com/index.php?/prjects-print/birds/
Μεταφερθηκε ψιλοδιορθωμενο εδω

10 σχόλια:

faraona είπε...

Εύχομαι εναν ύπνο ελαφρύ.

Rodia είπε...

Μερσι Φαραωνα μου :))
Ευτυχως, τον υπνο τον (ξανα)εχω ευκολον, το πρωινο ξυπνημα ειναι τρομαχτικο επειδη κανουν επισκευες στο αποπανω διαμερισμα και με ξυπνουν τα γκαπα γκουπα! Ετσι ηρθε και η ιδεα με τα πουλια, οταν ειδα στο ταβανι του μπανιου να κρεμεται μια φλουδα πλαστικου χρωματος.. και φανταστηκα το κομματακι αυτο, το κρεμασμενο και δονουμενο απο την παραμικρή άχνα, να γινοταν ξαφνικα ενα ασπρο πουλι. Μετα, ολα πηραν το δρομο τους στη φαντασια μου... Πλακα δεν εχει;

xiozil είπε...

Ωραία διαδρομή!
Γιατί όμως στο τέλος του δρόμου συναντάμε πάλι απώλειες???

Rodia είπε...

Απλως, περιοριστηκα στο "συμβατικο" τελος, στο γνωστό...
Ισως να μην επρεπε να το τελειωσω κιολας, αλλα τοτε πώς θα εδινα την εικονα του απαλου θανάτου ανάμεσα στα -εστω, μαυρα- πουπουλα;

xiozil, δωσε το τελος που νομιζεις! Περιμενω προταση, αληθεια με ενδιαφερει πολυ :))

xiozil είπε...

Αυτό λέω. Γιατί είναι απαραίτητη η εικόνα του θανάτου;

Δεν μπορώ ν' αντισταθώ στην πρόκληση:

"…Τα βράδια, όταν η κοπέλα πήγαινε για ύπνο κι έκλεινε τα μάτια, τα πουλιά εξαφανιζόντουσαν. Μια χειμωνιάτικη νύχτα όμως, η κοπέλα είχε αϋπνίες."

Άναψε το μικρό πορτατίφ δίπλα της, έπιασε το σημειωματάριό της και ξεκίνησε να καταγράφει τις σκέψεις της. Ασπρόμαυρα πουλιά ξεφύτρωναν απ’ τις σελίδες του. Έκανε κρύο, γι’ αυτό άνοιξε μόνο το παράθυρο του μπάνιου. Τα πουλιά δεν άργησαν να βρουν την έξοδο. Μόλις ξημέρωσε η κοπέλλα σήκωσε το τηλέφωνο και πήρε να δηλώσει την παραίτηση της. Ανακουφισμένη έπεσε για ύπνο.
Από τότε ζει δημοσιεύοντας αυτά που γράφει τα βράδια. Ο Δήμαρχος πλέον αναρωτιέται πώς έχει γεμίσει η πόλη άσπρα και μαύρα περιστέρια και οι ειδήμονες ακόμα ερευνούν αυτό το παράξενο είδος πουλιών που προτιμάει το τσιμέντο και τα μπαλκόνια από τα δέντρα…

Rodia είπε...

xiozil, υποκλινομαι:) Εξαιρετικο και τόσο πραγματικο!
Προσγειωνει την κατασταση το τελος που δινεις, απελευθερωνει την κοπελα, και μαλιστα δικαιολογει και το βασανο που τραβουν οι κατοικοι της πολης απο τα... κουτσουλοπούλια!...

-->> όσον αφορα την εικονα του θανατου, νομιζω οτι χρειαζεται καπου καπου.. υπαρχει θανατος και ειναι καλυτερα να ζουμε συμφιλιωμενοι μαζι του.

xiozil είπε...

Ευχαριστώ! Η αλήθεια είναι πως πριν γράψω την απάντηση είχα σφουγγαρίσει για μια ακόμα φορά το μπαλκόνι που παρά τα κρεμασμένα cd
τα κουτσουλοπούλια εξακολουθούν να το επισκέπτονται.

--Δεν διαφωνώ. Όμως η εικόνα ή/και ο φόβος του θανάτου υπάρχει τόσο έντονα στην πραγματικότητα (κανένας πόνος δεν συγκρίνεται μ' εκείνον της απώλειας) που προτιμώ να τον αφήνω έξω από τον κόσμο της φαντασίας, χωρίς ωστόσο να προτιμώ το είδος του τέλους "και πέρασαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα".

Rodia είπε...

εχμ.. προτιμας δηλαδή ενα τελος που να αφηνει μια αβεβαιοτητα, ενα τελος που να μοιαζει με καινουργια αρχη.. ενα τελος που δεν ειναι πραγματικο τέλος...
Αν λαβουμε υποψη την εννοια της λεξης "τελος", που σημαίνει "σκοπος" ή και "στόχος", δεν φτανει ποτε κανεις το σκοπο/στόχο του, ή μηπως δεν υπαρχει καν σκοπός/στόχος για ο,τιδήποτε; Μήπως ο σκοπός/στόχος είναι ενα εφεύρημα; Σαν το (μαθηματικο) μυθο του Αχιλλεα με τη χελωνα, που ειναι αδυνατο να τη φτασει;

Eμενα παλι, με ευχαριστει αφανταστα να δινεται ενα τελος -τελοσπαντων!- να εξαφανιζεται, να πολεμιεται οσο ειναι δυνατο, η αβεβαιοτητα. Δεν την αντεχω τη Δαμοκλεια σπαθη πανω απο το κεφαλι μου!!! Ισως για τουτο να θελω να τελειωνω με καποιο τροπο τις ιστοριουλες μου... και.. ποιος τροπος υπαρχει καλυτερος απο το βεβαιο τελος; Το μοναδικο *βεβαιο* που γνωριζουμε να υπαρχει, δλδ..

xiozil είπε...

“Μια χειμωνιάτικη νύχτα όμως, η κοπέλα είχε αϋπνίες. Εκανε κρύο, τα παράθυρα ήταν κλειστά. Το πρωί βρέθηκε νεκρή στο υπνοδωμάτιό της, πνιγμένη ανάμεσα σε χιλιάδες μαύρα πουλιά, που της είχαν κόψει την ανάσα. Τα πουλιά είχαν κι αυτά ψοφήσει, είχαν σκάσει από ασφυξία -τόσα πολλά, στοιβαγμένα σε ένα τόσο μικρό χώρο...”

Ήταν χειμώνας κι η δυσοσμία άργησε να γίνει αντιληπτή από τους γείτονες. Αλλά ακόμα κι όταν πήραν χαμπάρι ότι κάτι δεν πάει καλά με το διαμέρισμα του 2ου ορόφου κι η ένοικός του είχε εξαφανιστεί –κανείς δεν την είχε δει για μέρες και στο τηλέφωνο δεν απαντούσε- έμπλεξαν με την ανάλογη γραφειοκρατία εφόσον κανείς δεν μπορούσε να μπει στο διαμέρισμα χωρίς εντολή εισαγγελέα.
28 ακόμα οικογένειες κατοικούσαν στην πολυκατοικία. Αναγκάστηκαν όλες να μετακομίσουν και η πολυκατοικία σφραγίστηκε. Κανένας δεν κατάφερε να εξηγήσει το φαινόμενο των τόσων νεκρών πουλιών και κανείς ποτέ δεν έμαθε τι απέγινε η εξαφανισμένη κοπέλα… (Θα μπορούσα να σκεφτώ είτε το γράψω είτε όχι.)

Το τέλος είναι τόσο σχετικό… Ακόμα κι ο θάνατος που σηματοδοτεί το τέλος της ζωής ενός συγκεκριμένου ανθρώπου δεν σηματοδοτεί το τέλος της ζωής. Κι όπως εμείς συνεχίζουμε να πορευόμαστε κουβαλώντας ο καθένας τους νεκρούς του, έτσι θα συνεχίσουν κι οι επόμενοι από μας μετά το δικό μας τέλος. Όμως όλα αυτά τα “τέλη” απαρτίζουν κάτι που δεν τελειώνει…

Τέλος σημαίνει ολοκλήρωση: της συγκεκριμένης ημέρας, αυτού του τραγουδιού, εκείνης της ταινίας, της πορείας μιας σχέσης, της πορείας μιας ζωής… Κι αυτή η ολοκλήρωση τις περισσότερες φορές αφήνει ερωτηματικά και μάλιστα αναπάντητα… Μ’ άλλα λόγια τίποτα βέβαιο δεν υπάρχει, εκτός του ότι κάτι άλλο παρόμοιο ή τελείως διαφορετικό έπεται εκείνου που μόλις τελείωσε.

Rodia είπε...

Συγγνωμη που αργησα να γραψω... το σκεφτομουν πολυ...
Το μονο που μπορω να σχολιασω ειναι οτι μου αρεσει αυτη η ματια σου η κοφτερη, που δεν χαριζεται πουθενα.
Ευχαριστω. :)

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...