Σαν σήμερα, 19 Αυγούστου 1957, ημέρα Δευτέρα όμως και όχι Κυριακή σαν τη σημερινή, μετακομίσαμε σε αθηναϊκή συνοικία, αφήνοντας πίσω την εξοχή και τα χωράφια των παιδικών μου χρόνων. Θλίψη πολλή, σχεδόν μελαγχολία. Ενα απότομο σπάσιμο σαν ένα πολύτιμο γυάλινο βάζο που γίνεται θρύψαλλα και είναι αδύνατο να ξανακολλήσει, διάλυσε για λίγους μήνες τη προσωπικότητα του παιδιού που ήμουν και με μεταμόρφωσε στο αιώνιο παιδί που έγινα. Οφείλω πολλά σε κείνη τη μέρα, αλλά τότε δεν το καταλάβαινα και άργησα πολύ να το καταλάβω και τη μισούσα για πολλά χρόνια αυτή την επέτειο και πολύ θα ήθελα να σβηνόταν από όλα τα ημερολόγια αυτή η μέρα. Εβλεπα το φορτηγό να πηγαίνει μπροστά, εμείς ακολουθούσαμε με τους γονείς στο κουρσάκι και βλέπαμε τις γλάστρες με τα φυτά, να ταρακουνιούνται δεξιά αριστερά οι τριανταφυλλιές στους τενεκέδες και το γιασεμί και η τεράστια αράχνη που σάπισε γιατί δεν βρήκε τόπο να της αρέσει εκεί που πήγαμε. Και ήταν τόσο όμορφη αυτή η αράχνη! Ενα σπάνιο φυτό με όμορφο αχνοπράσινο χρώμα και διάφανα κλαράκια σαν μικρές βεντάλιες. Κοντά σε όλα, έχασα και το σχολείο μου που ήταν μικτό και πήγα σε σχολείο θηλέων, χωρίς παιχνίδια στο διάλλειμμα, χωρίς γυμναστική της προκοπής, με καθηγητές λίγο πριν τη σύνταξη κι έναν απόμακρο γυμνασιάρχη.
Κυριακή, Αυγούστου 19, 2007
276.-006. μετακόμιση στην Αθήνα
Σαν σήμερα, 19 Αυγούστου 1957, ημέρα Δευτέρα όμως και όχι Κυριακή σαν τη σημερινή, μετακομίσαμε σε αθηναϊκή συνοικία, αφήνοντας πίσω την εξοχή και τα χωράφια των παιδικών μου χρόνων. Θλίψη πολλή, σχεδόν μελαγχολία. Ενα απότομο σπάσιμο σαν ένα πολύτιμο γυάλινο βάζο που γίνεται θρύψαλλα και είναι αδύνατο να ξανακολλήσει, διάλυσε για λίγους μήνες τη προσωπικότητα του παιδιού που ήμουν και με μεταμόρφωσε στο αιώνιο παιδί που έγινα. Οφείλω πολλά σε κείνη τη μέρα, αλλά τότε δεν το καταλάβαινα και άργησα πολύ να το καταλάβω και τη μισούσα για πολλά χρόνια αυτή την επέτειο και πολύ θα ήθελα να σβηνόταν από όλα τα ημερολόγια αυτή η μέρα. Εβλεπα το φορτηγό να πηγαίνει μπροστά, εμείς ακολουθούσαμε με τους γονείς στο κουρσάκι και βλέπαμε τις γλάστρες με τα φυτά, να ταρακουνιούνται δεξιά αριστερά οι τριανταφυλλιές στους τενεκέδες και το γιασεμί και η τεράστια αράχνη που σάπισε γιατί δεν βρήκε τόπο να της αρέσει εκεί που πήγαμε. Και ήταν τόσο όμορφη αυτή η αράχνη! Ενα σπάνιο φυτό με όμορφο αχνοπράσινο χρώμα και διάφανα κλαράκια σαν μικρές βεντάλιες. Κοντά σε όλα, έχασα και το σχολείο μου που ήταν μικτό και πήγα σε σχολείο θηλέων, χωρίς παιχνίδια στο διάλλειμμα, χωρίς γυμναστική της προκοπής, με καθηγητές λίγο πριν τη σύνταξη κι έναν απόμακρο γυμνασιάρχη.
275.-005.
ζούσα τότε στο δεύτερο γαλαξία και θυμάμαι με νοσταλγία το μικρό κουβούκλιο το σκεπασμένο με διάφανα πέταλα νυχτολούλουδων μια και εκεί πέρα τα νυχτολούλουδα είναι τεράστια επειδή είναι συνέχεια νύχτα και ο ήλιος βγαίνει μια φορά στα δέκα γαλαξιακά χρόνια που σημαίνει μια φορά στα πεντακόσια γήινα και μονάχα για πέντε ωρίτσες ίσα να τον δούμε ότι υπάρχει αλλά ξέφυγα από το θέμα που είναι να διηγηθώ μια ανάμνηση από εκείνη τη μακρινή εποχή που η πραγματικότητά μου εκτεινόταν μεταξύ ενός μαλακού κουβούκλιου σκεπασμένου με πέταλα νυχτολούλουδων και ενός τεράστιου χώρου για ομαδικό συσσίτιο όπου τρώγαμε ταυτοχρόνως όλοι κι όλοι επτά χιλιάδες τετρακόσιοι σαράντα δευτεροξαλαξιακοί όλοι με καταπράσινο σκούρο δέρμα ελαφρώς ανάγλυφο και τριχοφυΐα μηδενική με μάτια μωβ και λεπτές ευαίσθητες μυτούλες γιατί η όσφρηση ήταν η βασική αίσθηση μια και χωρίς αυτή κινδύνευε η ζωή μας και ήταν σε μας περισσότερο απαραίτητη και από την αφή επειδή έπρεπε να μυρίζουμε τον κίνδυνο στα σκοτάδια εκεί λοιπόν μια φορά πέρασε δίπλα μου ξυστά ένα μικρό ζωΰφιο με φτερά πεταλούδας και μορφή σαύρας άκρως δηλητηριώδες του οποίου το δάγκωμα γλίτωσα παρά τρίχα που λένε και εξαιτίας του κινδύνου που διέτρεξα αποφάσισα να μετακομίσω στον τρίτο γαλαξία όπου βρίσκομαι τώρα εδώ και εφτά χρόνια περίπου και μου αρέσει πολύ επειδή υπάρχει πολύς ήλιος και πολλή τρέλλα λέμε και γουστάρω και την πολυκοσμία
Σάββατο, Ιουλίου 28, 2007
274.-004.
εκεί που ήμουν χωμένος με τη μούρη στα μαξιλάρια του καναπέ σκεφτόμουν τον τοκογλύφο που μου πούλησε φύκια για μεταξωτές κορδέλες κι έβαλα τη γυναίκα μου να υπογράψει το χαρτί για την υποθήκη του σπιτιού της γιατί εμένα όλα μου τα πήραν πια οι τράπεζες και δεν είχα στον ήλιο μοίρα και ο τοκογλύφος την ήξερε καλά τη δουλειά με ένα μεγαλομάγαζο πάνω στη Κηφισίας γεμάτο λαμπερά έπιπλα κουζίνας ένα μαγαζί βιτρίνα που δεν του ανήκε μηδέν στο λογαριαμό του μηδέν περιουσιακό τίποτα λέμε όλα στη γυναίκα και στη πεθερά γραμμένα κι αυτός λευκός ωσεί περιστερά και άσπιλος σαν Αγιο Πνεύμα να μασάει τα λεφτά του κοσμάκη και να πέφτουν από τα μπαλκόνια να σκοτώνονται τέτοιος επαγγελματίας τύφλα νά 'χει ο Σάϋλωκ του Σέξπιρ και η αφεντιά μου να κλαίω κοτζάμ άντρας που τά'χασα όλα κι έφυγε και η γυναίκα κι έβαλε μπρος και διαζύγιο γιατί είμαι ένα χαμένο κορμί τώρα που δε γίνεται πλέον νά 'χει τη κάρτα της στο Βασιλόπουλο του Ψυχικού για τα ψώνια και τα παιδιά να με κοιτάζουν σαν να μη με βλέπουν γιατί δεν ξέρουν τι συμβαίνει και σάμπως ξέρω κι εγώ για να τους πω και θυμάμαι καλά τώρα όταν είχα πρωτοδιαβάσει μικρούλης τη λέξη "τοκογλύφος" και πριν ρωτήσω να μάθω τι σημαίνει νόμιζα πως είναι ένα τέρας που γλύφει το αίμα της καρδιάς σου και το ρουφάει και στεγνώνει η καρδιά και πάπαλα πεθαίνεις αλλά τώρα είναι κάτι ακόμα χειρότερο επειδή ξεγυμνώνει τον άνθρωπο από κάθε αξιοπρέπεια και αυτοεκτίμηση του κλέβει τα λεφτά και τα υπάρχοντά του όσα έχουν αξία στη ζωή και στους φίλους και στη κοινωνία και τον αφήνει στιμένη λεμονόκουπα να ξαπλάρει σε ένα καναπέ και να καταντάει ρεμάλι αυτό κάνει ο τοκογλύφος και καταστρέφει ένα άνθρωπο με γλυκόλογα και υποσχέσεις μέχρι να του κάνει τη χάρη να υπογράψει τα παλιόχαρτά του και μετά να τον εκβιάζει όπως εμένα δηλαδή
273.-003.
η πρώτη μου φορά ήταν στα δεκατρία μου όταν μια τσιγγάνα μας είχε πλευρίσει εμένα και τον αδερφό μου ένα βράδυ αργά που το είχαμε σκάσει από το ξενοδοχείο όπου οι γονείς κοιμόντουσαν μακαρίως και φαίνεται της γυαλίσαμε έτσι καθαρά αγοράκια και περιποιημένα ιδίως ο αδερφός μου που ήταν και γαλανομάτης και από δω μας είχε από κει μας είχε όλο μας έταζε παραδείσους απόλαυσης αλλά μπήκα μόνος μου στο τσαντήρι αν και ήμουν ο μικρότερος και ο αδερφός μου έμεινε απέξω να παραφυλάει κι εκεί μέσα έγινε το έλα να δεις από όσο θυμάμαι ήταν μια μικρή τσιγγανούλα μαυριδερή με δοντάκια ολόασπρα ολόϊδια με τη Φρανσίν που γνώρισα είκοσι χρόνια μετά στο Παρίσι και μείναμε μαζί δέκα χρόνια και βάλε αλλά χωρίσαμε γιατί δεν με άντεχε η κοπέλα και πώς να με αντέξει τέτοιος εγωΐσταρος που ήμουν και την ανάγκασα να κάνει δυο φορές έκτρωση επειδή στη τελική ήμουν ένα μεγάλο μωρό εντελώς ανώριμος συναισθηματικά για να αντέξω τα βάρη μιας οικογένειας και αυτό με πονάει μέχρι τώρα που βλέπω το πορτραίτο που της έφτιαξα πάνω από τη σιφονιέρα της κάμαράς μου και κάτι διαπερνά το στομάχι μου ακόμα και τώρα που τη σκέφτομαι τη Φρανσίν που παντρεύτηκε μετά ένα μαλάκα κι έκανε δυο παιδιά και χόντρυνε και λοιπόν τα δοντάκια της τσιγγανούλας γυαλίζαν και φόραγε μια φούστα πράσινη κι ένα μεγάλο ντεκολτέ από πάνω χρυσαφί και είχε κάτι μαλλιά σαν ποτάμι μαύρο να χύνονται και όταν την είδα το πουλί μου σπαρτάρισε και το έσφιγγα να μη φύγει και πετάξει μακριά και έτρεμα αλλά η τσιγγάνα η μεγάλη με πήγε κοντά στη μικρή να χαιρετιστούμε και έφερε γλυκό βύσσινο και το έφαγα και ήπια όλο το νερό και μετά κάτι συνέβη που δεν το θυμάμαι και πολύ καλά μόνο ο αδερφός μου που με είδε να βγαίνω λέει πως ήμουν σαν ζαλισμένο κοτόπουλο και με στήριξε και φτάσαμε στο ξενοδοχείο και όταν γυρίσαμε σπίτι την άλλη μέρα η μάνα μου βρήκε μουνόψειρες στο σεντόνι μου και με πήγαν στου Συγγρού και έβαζα μια σκόνη για πάνω από ένα μήνα να φύγουν κι ο πατέρας μου έτριξε τα δόντια ότι βιάστηκα να μάθω πράγματα που θα μου έλεγε αργότερα κι έλειπε κι η αδερφή μου και δεν είχα συνήγορο γιατί ο αδερφός μου έκανε σαν να μην ήξερε τίποτα και δεν τον πρόδωσα πως είμασταν μαζί και κρατούσε το φανάρι κι έχω άδικο να τα βάζω με την αδερφή μου που με προστάτευε και αυτό τη μια με νευρίαζε και από την άλλη με συγκινούσε γιατί με βόλευε αλλά όσο σκέφτομαι ότι εκείνη με είχε δει πρώτη γυμνό τι κι αν ήμουν ένα μωρό αυτό δε μπορώ να το χωνέψω μέχρι τώρα αν και πέρασα πια τα πενήντα κάτι
Παρασκευή, Ιουλίου 27, 2007
272.-002.
τότε ήταν που μάθαινα να πλέκω επειδή ήθελα να φτιάξω ένα τσαντάκι να το κρατά η τεράστια κούκλα της Ελλης και η γιαγιά μου έλεγε ότι καλό είναι το παιδί να μαθαίνει όταν ζητά να μάθει κάτι αλλιώς δεν το μαθαίνει ποτέ και αυτό το εφάρμοσα στη μικρή μου κόρη που της αρέσει να μαγειρεύει επειδή όταν ζήτησε να μάθει της έδειξα και την άφησα κιόλας μόνη της να ανακατεύει τη κατσαρόλα ενώ τη μεγάλη όταν ζήτησε να πλύνει πιάτα στο νεροχύτη σκαρφαλωμένη στο σκαμνάκι δεν την άφησα και τώρα ούτε έξω από τη κουζίνα δεν περνάει και τέλειωσα μετά κόπων και βασάνων το τσαντάκι σε χρώμα θαλασσί και βάλαμε και κορδόνι πλεγμένο με τα δάχτυλα να κρέμεται το τσαντάκι και μέσα χώραγε ένα μεγάλο καρύδι τσίμα τσίμα και το πήγαμε στην Ελλη και το έδωσε στη κούκλα της αλλά όταν η Ελλη πέθανε ποιος ξέρει τι να έγινε η κούκλα άσε πια το τσαντάκι το πρώτο μου χειροτέχνημα με βελονάκι κάπου θα πετάχτηκε αλλά μπορώ να πλέξω πλέον όσα τσαντάκια θέλω και τώρα στενοχωριέμαι μερικές φορές που δεν ήξερα ότι υπήρχε η Ελβίρα που ήταν μεγαλύτερη από μένα και η πρώτη εγγονή της γιαγιάς μου της Ολγας που ζούσε στο Βέλγιο αλλά ήρθε στην Ελλάδα και γνώρισε τον πατέρα της στα πενήντα της χρόνια επειδή η μάνα της η Μιμή την είχε πάρει κι έφυγαν όταν ήταν μωρό εξαιτίας της γιαγιάς μου που ήταν πολύ σκληρή με το γιο της και τον πίεζε να γίνει αρχιτέκτονας σαν το θείο της τον αδελφό της προγιαγιάς μου τον Αναστάση που αναμαρμάρωσε το Στάδιο και είχε τη φωτογραφία του πάνω στο μεγάλο μπουφέ να κρατά ένα μπαστούνι αλλά ο δικός μου θείος στραβώθηκε εκεί στη Γάνδη από τα σχέδια και βρήκε τη Μιμή και τη παντρεύτηκε και θα ζούσαν ευτυχισμένοι ή τουλάχιστον όπως θά 'θελαν άμα τους άφηνε η γιαγιά μου στην ησυχία τους και τώρα έρχεται η Ελβίρα που είναι ελληνοφλαμανδή και δε μπορούμε να σταυρώσουμε λέξη γιατί από ελληνικά γρυ και μόνο αγγλογαλλικά μπορούμε να συνεννοηθούμε και πώς να της διηγηθώ όλα όσα θέλει να ξέρει και με το δίκιο της
271.-001. οταν η μνημη δουλευει δυσκολα σταματα -001
κάτι τέτοιες νύχτες είναι που οι αναμνήσεις με βομβαρδίζουν κάνοντας ζιγκ-ζαγκ και ζάπινγκ ξεκινώντας από τη νηπιακή ηλικία πηδώντας στον έγγαμο βίο κι από κεί πίσω στα παιδικά χρόνια και μετά στην εφηβία και στο σήμερα και λίγο παραπίσω δεκαετίες και πενταετίες μήνες μέρες ώρες και στιγμές παρελαύνουν σε δρομολόγια λεωφορείων ταξί τρένων αεροπλάνων βαποριών τραμ τρόλλεϊ-μπας και κίτρινων λεωφορείων της Παουερ και δε λένε να σβήσουν και δεν έχω κι ένα πλεχτό που με βοηθά να ταχτοποιώ τις σκέψεις μου και σκεφτόμουν τι είναι Νόμος και πόσα παραθυράκια έχει καθένας τους σκέτα σουρωτήρια και ο καλός επαγγελματίας πρέπει να γνωρίζει τα παραθυράκια τις τροπολογίες τις παρεκκλίσεις και τις ερμηνευτικές εγκυκλίους ώστε να έχει πελατεία γιατί αν δεν εξυπηρετηθεί η απληστία του πελάτη πάει τον έχασες και άντε να ζήσεις θα πρέπει να διοριστείς πουθενά να σε φάει η ίντριγκα των δημοσίων υπηρεσιών και ήμουν καλή επαγγελματίας αλλά δεν έκανα χρήση των Νόμων για τη πάρτη μου ντρεπόμουν και ένιωθα αρκετές τύψεις που το έκανα αυτό για να εξυπηρετήσω άλλους αν και ήταν απολύτως νόμιμο και ούτε πρόστιμο πλήρωσε κανείς ποτέ και θυμήθηκα την κυρία Ζουρούδη την Ελλη όπως ήθελε να τη φωνάζω ακόμα και 'γώ που ήμουν νήπιο αλλά με πήγαινε η μάνα μου να μάθω χορό και κόντεψα να πεθάνω μια και είχε κοπεί η όρεξή μου από τη κούραση και δεν έτρωγα τίποτα κι έπαθα αδενοπάθεια και στις φωτογραφίες μοιάζω με παιδί από τη Μπιάφρα αλλά τότε έπαιζα πολύ και έκανα κούνια και μια φορά κόντεψε να γυρίσει η κούνια ανάποδα και να τσακιστώ και ο κίνδυνος αυτός με γοήτευε από πάντα νομίζω να φτάνω στα όρια όπως έμαθα αργότερα να το λένε αυτό το ανατρίχιασμα στη ραχοκοκκαλιά τότε ήταν που έκανα κάπου 150 ενέσεις στρεπτομυκήνης στα όρθια γιατί βιαζόμουν να ξαναβγώ να ξαναπαίξω τέτοια λαχτάρα είχα για παιχνίδι ούτε κλάμματα ούτε τίποτα μάλιστα είχα πείσει τον εαυτό μου ότι μου άρεσαν οι ενέσεις αν και ήξερα καλά ότι αυτό ήθελα να το πιστεύω για τους άλλους διαφορετικά δεν θα το άντεχα όπως έλεγα πως τρελαίνομαι για μουρουνόλαδο και κατάπινα κομματάκια βούτυρο χωρίς ψωμί για να γίνω καλά και να ζήσω όπως μου λέγαν
Πέμπτη, Ιουλίου 26, 2007
270. αγωνιώδες ουρλιαχτό προς διάφορους αποδέκτες
μολις πριν λίγες ώρες διαπιστωσα οτι το μπλογκ μου taparaponasas stoMIXER ελέγχεται για απαράδεκτα/ανεπιθύμητα περιεχόμενα, ετσι, δεν ανανεώνεται αμέσως, ακομα και στο Τεχνορατι έχει 3 μερες να ανανεωθει. Ελεγχονται και τα δικα μου σχολια -δεν εμφανιζονται αμεσως στη κυρια σελιδα του ποστ (σε οποιοδηποτε μπλογκ).. αλλά παραμενουν για ενα χρονικο διαστημα στο "μούσκιο"..
Γνωρίζει ή υποψιάζεται κάποιος τι (μπορεί να) συμβαίνει..?
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



This is a FunEL









