Σάββατο, Σεπτεμβρίου 28, 2024

1.758 περιπέτεια στο φουμπούκ

//αγαπητό μου φέιζμπουκ, σου γράφω τον πόνο μου, μήπως και διορθώσεις το λάθος σου, επειδή κάνεις σίγουρα λάθος όταν ισχυρίζεσαι (και διαγράφεις) την κόρη μου γιατί δεν είναι άνθρωπος αλλά... μηχανή(!) όπως με ενημέρωσε τηλεφωνικώς. Αν και είχα ανέκαθεν την υποψία ότι γέννησα μια... μηχανή(!) ας είμαστε σοβαροί γιατι το πράγμα δεν είναι αστείο. Διαγράφοντάς την με αυτόν τον λάθος ισχυρισμό, στερείς από εμένα την ευχαρίστηση να ενημερωνομαι λαβαίνοντας νέα και φωτογραφίες της κόρης και των εγγονιών μου που ζουνε μακριά μου. Για σκέψου το λίγο. Τι κερδίζεις στερώντας μου αυτή την ευχαρίστηση; Στην ηλικία μου, είναι πολύ δύσκολα τα ταξίδια και εσύ ήσουν το μέσο για μερικές ύστατες απολαύσεις. Για σκέψου και επανόρθωσε, σε παρακαλώ, ελπίζοντας να διορθώσεις σύντομα τα πράγματα.//
ΣΗΜ. αυτά εγραψα προχτες στον τοίχο μου εκειμέσα, στο f/b, αλλά μια και το θέμα διορθώθηκε σε μερικές ώρες, έκανα update: εντάξει παιδια! ευτυχως, λυθηκε η παρεξηγηση!! ❤

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 23, 2024

1.757 ανακοίνωση εκκολαπτόμενης ντίβας

«ανέβασα και βιντεάκι, να με βλέπεις και να σκας, αμέ! τι είχα και τι έχασα να λες, χωρίς να κουνάς βεντάλια σαν ισπανίδα χήρα ανεκδότου, γιατί εσύ είσαι άdρας βαρύς και δεν κινείσαι γενικά, μόνο κάθεσαι σε μια καρέκλα μπροστά σε ένα μικρόφωνο και λες βαρυσήμαντα λόγια λόγια λόγια κι αυτοθαυμάζεσαι, χύνεις μιλώντας στον αέρα κριτικάροντας εμένα που κάθομαν σεμνά σεμνά όπως με συμβούλευες, "να είμεθα σοβαροί εδωμέσα" έλεγες, αλλά βαθειά βαθειά με ήθελες σοβαρή επειδή έσκαγες απο ζήλεια και τώρα λοιπόν βλέπε με να περπατάω ανεμίζοντας το μαλλί, καθόλου σοβαρή, προς το προκλητικό και σέχσι θα έλεγα, να με βλέπεις και να σκας λέμε»

Τετάρτη, Αυγούστου 28, 2024

1.756 Αλιευμένο διαμαντάκι-μαρτυρία

 Εις μνήμην της Ουρανίας.

Λεπενου Βάλτου Αιτωλοακαρνανιας 1960-61

Η Ουρανια ήταν αδερφή του Γιώργου και μιας χήρας μάνας κόρη. Δεν τελείωσε το σχολείο, έμαθε μοδιστρική και πάλευε όλη μέρα με τις μεζούρες, τα υφάσματα, το λάδωμα της μηχανής και εγώ στον ποδόγυρο του φουστανιου της ή της ρόμπας της, αυτής με τα πολλά κουμπιά μπροστά, να μαζεύω ρετάλια, μην φανταστείτε παρδαλά, χρωματιστά, όχι, σκούρα, μουντά, έτσι ντύνονταν οι γυναίκες του χωριού και εκτός τούτου, συνεχώς κάποιον πενθούσαν. Ετσι ήταν και οι πάνινες κούκλες μου, οι φτιαγμένες απ τα χεράκια της, σαν να πενθούσαν κι αυτές μαζί τους. Γενικα το πένθος κρατούσε τρία χρόνια, το μαύρο τσεμπέρι συγκρατούσε κάθε ατίθαση τρίχα της κεφαλής τους που προσπαθούσε να αποδράσει. Μαυρες χουλα χουπ κάλτσες, νομίζω έτσι τις λέγαν, χειμώνα καλοκαίρι επίσης ένδειξη θλίψης. 
 
Καθονταν στις ρουγες ανακουκουρδα, ένωναν τα γόνατα και στήριζαν πάνω τους τα χέρια, δεν τα κουνούσαν σαν τις τραγουδίστριες του παλκοσένικου, αλλά σαν να ήταν σε στάση αναμονής να τελειώσει ο χρόνος του πένθους, να τις ξεφορτωθούν. Μου φάνταζε αστεία η χρωματική διαφορά, τα ακάλυπτα άσπρα τους γόνατα να έρχονται σε αντίθεση με το τελείωμα της μαύρης καλτσας που καθώς ξεχειλωνε με το χρόνο, έπεφτε ή έστριβε σαν άκομψο κορδόνι και κρεμόταν κάτω απ το γόνατο. Αν το ψάξω σίγουρα από κει μου έμεινε ο έρωτας για το ασπρο μαυρο και τις αντιθέσεις γενικότερα.
 
Το σπίτι μας απ' της Ουρανίας το χώριζε το δημοτικό σχολείο και το νηπιαγωγείο. Στο διάλειμμα των δέκα έδιναν στα παιδιά σκόνη γάλα σε τσίγκινα κύπελλα και ένα κιτρινωπο τυρί, βουτυράτο με σώμα συμπαγές, αμερικανική βοήθεια της εποχής. Η Ουρανια είχε τα κονε της με τις δασκάλες και με φίλευε συχνά.
 
Μαζι με πολλά άλλα κι αυτή η γεύση με ακολουθεί μια ζωη, τη βρήκα λίγο στη γεύση του τσενταρ και πάλι δεν είμαι σίγουρη. Εκεινη ακριβώς την εποχή οι σκυμμένοι λόγω δουλειάς η κοριτσίστικης στάσης στην εφηβεία ώμοι της δεκαεξαχρονης Ουρανιας, ορθωθηκαν, φαντάζομαι, ο έρωτας ήρθε στο κατώφλι της και το σούσουρο στο χωριό. Κρυφοσυναντουσε τον πρωτότοκο γιο οικογένειας του χωριού, με τις μεγαλύτερες φυτείες καπνού, με σεμπρους εργάτες και οικονομική ευρωστία. Λεγαν ότι εγκυμονούσε, η οικογένεια του δεν δέχτηκε να περάσουν στέφανα, την κόρη της χήρας;
 
Η μάννα της έγειρε την πόρτα του σπιτιού της, δεν έβγαινε στη ρουγα, άλλαξε τα χέρια σε στάση προσευχης, η μόνη ελπίδα βοήθειας. Μονο τρεις γειτόνισσες την έκαναν παρέα, η θεια γιανναινα, η χαρισαινα και η μάννα μου.
 
Ο αδερφός της, αγρίμι, στα πρόβατα, μόνος στο βουνό με παρέα κάνα δυο τσοπανόσκυλα.
 
Την Ουρανια την κόψανε, κανείς δεν δεχόταν να τους ράψει, η μηχανή σκουριαζε καθημερινά.
 
Ο πατέρας μου ένας απ' τους λιγοστούς χωροφύλακες του χωριού. Ημουν πολυ εξοικειωμένη με τα όπλα. Η μάννα μου κοιμόταν με ένα πιστόλι κάτω από το μαξιλάρι της όταν ο πατέρας μου έλειπε στα πανηγύρια των γύρω χωριών σε υπηρεσία όπως έλεγε. Μετα υπήρχαν πολλοί κυνηγοί. Καθημερινα άκουγες τουφεκιές και πέφταν τσονια και φασες από τον ουρανό. Εγω ήμουν τριών, τριάμισι χρονων, μιλούσα ακατάπαυστα για την ηλικία μου, δεν νομίζω να εκπλήσσει κανέναν σας.
 
Εκείνη την ημέρα φορούσα ένα λευκό φορεματακι με τρύπες στο κάτω μέρος που μέσα τους περνούσε μια στενή κόκκινη κορδέλα απ αυτές που αργότερα έβαζα σελιδοδείκτες στα βιβλία μου, έργο της Ουρανίας κι αυτό και το συνόδευαν ένα ζευγάρι λευκά πεδιλακια μεγαλύτερα απ το νούμερο μου για να φορεθούν λίγα παραπάνω χρόνια.
 
Τραβα στην Ουρανια να σου δώσει δυο λεμόνια και πανιά για τις κούκλες σου, μουπε η μάννα μου, στο δρόμο ξέχασα τα λεμόνια. Οι πόρτες των σπιτιών ήταν πάντα ανοιχτές, πήγαινα τρέχοντας παρά την δυσκολία των παπουτσιών.
 
Κλείνω με τα χέρια μου τα αυτιά μου σε κάθε άκουσμα κρότου, στηνΑνάσταση στην Κρήτη, στα κανονάκια που διώχνουν τα ζώα από τα σπαρτά, στις χειροβομβίδες κρότου λάμψης στις πορείες, με εξοργίζει το απότομο κλείσιμο της πόρτας απ' τον αέρα, κάθε ξάφνιασμα με ακινητοποιεί. Ισως να αντέδρασα ετσι και τότε.
 
Είμαι αναλυτικά περιγραφική σε ότι έχει διάρκεια αλλά πως να συλλάβεις, να απομνημονεύσεις, να αποδώσεις λεκτικά τη στιγμή. Μια αστραπή ήταν μέσα στο ευρύτερο χρονικό διάστημα που συνέβη και δεν αφορούσε χρονικό σημείο, ώρα, συγκυρία. Μια στιγμη της ώθησης την ωρα του τοκετού φέρνει ζωη, εδώ σκορπίστηκε θάνατος.
 
Δεν ήξερα να μετράω.
 
Όταν την πυροβόλησε ήμουν στην πόρτα του σπιτιού της. Ο αδερφός με το όπλο στον ώμο κρεμασμένο προσπαθούσε να χωρέσει για να πηδήξει απ το μικρό παράθυρο του δωματίου και η Ουρανια ξαπλωμένη μπρος στα πόδια μου.
 
Πρέπει να έβγαζε συχνά μικρές κραυγές σε κάθε τσίμπημα καρφίτσας στις πρόβες, όπως όλες οι μοδίστρες άλλωστε, αλλά ούτε άχνα σε εκεινη την Τουφεκιά.
 
Δεν κατάλαβα τι έγινε, την τραβούσα από το πόδι και της έλεγα "Ουρανια σήκω να μου δώσεις πανιά". 
 
Δεν ξέρω ποσο έμεινα δίπλα της. Η Ουρανια δεν ξύπναγε, δεν ξύπνησε ποτε.
 
Τα χέρια μου πήραν το χρώμα της, μαζί το άσπρο μου φόρεμα και τα παπούτσια. Γυρισα με άδεια χέρια αλλά η μάννα μου ούρλιαξε κι έτρεχε σαν τρελή. Ολοι άκουσαν τους πυροβολισμούς, δεν ήταν κάτι περίεργο για αυτούς. Σιγα σιγά μαζεύτηκε όλο το χωριό μαζί και οι χωροφυλακοι. Με πήραν μαζί τους, όπως ήμουν, έλεγε η μάννα μου, δεν άφησαν τον πατέρα μου να ειναι παρών, το ίδιο και τις επόμενες μέρες που ήρθαν κλιμάκια απ το Αγρίνιο, πιο σοβαρά. Τους τα είπα όλα, με κερναγαν ρυζόγαλο και μπανάνες που έτρωγα για πρώτη φορά. Ο αδερφός διέφυγε στα βουνά, συνελήφθη ένα μήνα μετά, δικάστηκε και έμεινε επτά χρόνια στη φυλακή με εργασία.
 
Ήμουν έντεκα χρονων όταν αποφυλακίστηκε και φεύγαμε για Αθηνα. Τον συναντήσαμε στη πλατεία του Αγρινίου, μου χάιδεψε το κεφάλι, αλλά τότε ήξερα πια.
 
Δεν επέτρεψα στον εαυτό μου να την ξεχάσει ποτε. Παντα την ανέφερα σε διηγήσεις μου σε φίλους και γνωστούς. Στην πορεία των χρόνων έχουν σβήσει μόνο τα χαρακτηριστικά του προσώπου της από τη μνήμη μου.
 
Η τιμή της παραδοσιακής οικογένειας σώθηκε θα είπαν, η μαννα της σφράγισε την πόρτα της, δεν ξέρω τι απέγινε η ποδοκίνητη ραπτομηχανή της Ουρανίας, πολλές φορές τη σκέφτομαι με τους ώμους πιο γυρτους, ακίνητη να πατάει μόνο τα πετάλια, να της δίνουν ζωη. Η μαννα μου φόρεσε τα μαύρα και ως αγράμματη μου υπαγόρευε και έγραφα στα συγχωροχάρτια το όνομα της τα Ψυχοσάββατα για πολλά χρόνια μαζί με τα ονόματα της οικογένειας μας.
 
Ταξιδεύω στο Αιγαίο αυτή τη στιγμή, κοιτάζω το πέλαγος και θά 'θελα να μπω βαθειά μέσα του, να ξεπλυνω το χάδι του κτήνους από το κεφάλι μου, να βυθίσω στον πάτο του πελάγους την οικογενειακή τιμή και να αναδυθω στην επιφάνεια μαζί με τη ζωη.
_____________________________
ΣΗΜ. το κείμενο, μαρτυρία μιας άλλης εποχής που δεν τη βρίσκω τελικά και τόσο μακριά απο τη σημερινή, ανέβηκε στο f/b πριν απο λίγο, σήμερα, 28 Αυγούστου 2024. Το έγραψε η φίλη Τ.S.

Τρίτη, Ιουλίου 23, 2024

1.755 Σέλας

το Σέλας το ειδα αλλα τοτε που το εβλεπα δεν καταλαβαινα τι ηταν αυτο που έβλεπα!! Για την αλήθεια, δεν το είδα ακριβώς, ήταν κάτι στιγμιαίο που βρέθηκα μέσα του, κάτι σαν αέρας δυνατός και χρωματιστός με ελαφρύ υπόκωφο βούισμα, κάπως σαν να πέρασε γύρω μου, σαν να ήθελε να με σηκώσει. Τα έχασα, δεν κατάλαβα αν υπερίσχυε ο φόβος ή η περιέργεια. Μέχρι να συνέλθω, το φαινόμενο είχε περάσει. Αυτό συνέβη το 1978 στα βόρεια της Σουηδίας, κοντά στα Νορβηγικά σύνορα, λίγο πιο έξω απο το χωριό Hemavan. Μετα, οταν γυρισα στο καλυβακι όπου με φιλοξενούσαν, μου εξηγησανε τι είχε συμβεί και πολυ αργοτερα το εψαξα το θέμα.

Παρασκευή, Ιουλίου 19, 2024

1.754 Therese, Georges Brassens

συνάντησα τον Georges Brassens το 1973, μας σύστησε η φίλη μου Therese Scarnatti, φωτογράφος, που με φιλοξένησε στο 1ο μου ταξίδι στο Παρίσι. Μαζί με τον άντρα της, τον Antonio, φωτογράφιζαν μουσεία. Η Τερέζα μαγείρευε κιόλας και φωτογράφιζε τα φαγητά σε ένα μικρό στουντιάκι που διατηρούσε στο σπίτι. Τις διαφάνειες των φωτο πουλούσε μαζί με τις συνταγές τους σε γυναικεία περιοδικά.

Παρασκευή, Ιουλίου 05, 2024

1.753 η Χαριτίνη προβλέπει

τη φίλη μου τη Χαριτίνη την έχω αναφέρει πολλές φορές και την ξέρεις πιο καλά κι από μένα. Αυτό που δεν ξέρεις, επειδή δεν το έχω μαρτυρήσει, είναι ότι η Χαριτίνη ασχολείται με την αστρολογία. Πάνω απο 60 χρονάκια μελετάει τα ζώδια και συμβουλεύει κόσμο και κοσμάκη, αφιλοκερδώς φυσικά για να μην επιβαρύνει το κάρμα της, όπως λέει. Εχει καταστρέψει πολύ κόσμο, αφιλοκερδώς βέβαια! 

Σήμερα λοιπόν, πέρασε να με δει και να με καθησυχάσει: «όλα θα περάσουν» μου είπε «κι όταν μπεί η Ανοιξη, θα τα έχεις ξεχάσει». Τόσο καλά!! τη λυπήθηκα και δεν της είπα ότι μπήκε κιόλας ο Ιούλιος και η Ανοιξη πέρασε προ πολλού, μη την απογοητέψω λέμε. Παρέλειψα επίσης να της θυμίσω ότι είχε προβλέψει μια όμορφη και τυχερή χρονιά για μένα. 

Ναι, τόσο τυχερή: με ένα έμφραγμα, ένα συκώτι γεμάτο τρανσαμινάσες, άφθονα χάπια, ένα μήνα στο νοσοκομείο, και έπεται συνέχεια. «Δεν θέλω να ακούω άλλο, δεν θέλω να μιλάω κιόλας, θέλω να συγκεντρωθώ να συνέλθω -άγνωστο αν και πότε» της είπα, εμποδίζοντάς τη να συνεχίσει την αγόρευση και κλείνοντας το άνοιγμα της πόρτας. Εφυγε πολύ στενοχωρημένη που δεν είπε τα υπόλοιπα ευχάριστα!!!

Σάββατο, Ιουνίου 29, 2024

1.752 περιπέτεια υγείας με άγνωστο τέλος

αποφυλακίστηκα, αφού εξέτισα 25ήμερη ποινή 

το μεγαλύτερο νοσοκομείο των Βαλκανίων έχει ένα γιατρό Βαλκάνιο καθαρόαιμο, αναγνωρίσιμο απο το αγύριστο κεφάλι των Βορείων. Αυτός ο εξαίρετος νέος κόντεψε να με στείλει, αλλά τελικά δεν του πέρασε! Ντιπ για ντιπ λέμε. Αναμείνατε ευτράπελα στιγμιότυπα, θα ανεβαίνουν σιγά σιγά...

Κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού μου, αμέτρητα χεράκια μαθητευόμενων γιατρών κάθε γένους (αρσενικού και, κυρίως, θηλυκού) παρέλασαν από την κοιλιά μου, μην αφήνοντας αζούληχτο ούτε χιλιοστό της. Ταυτόχρονα με το ζούληγμα, έθεταν το ερώτημα: «πονάτε;» και η αρνητική μου απάντηση «όχι, δεν πονάω», μοίραζε απλόχερα απογοήτευση.
Μια μέρα, μια νεαρή μαθητευόμενη ζούληξε κάπως υπέρμετρα σε μια περιοχή γνωστή από τα ταχταρίσματα της νηπιακής μου ηλικίας, οπότε, τινάχτηκα. «Αχά! πονάτε!» είπε θριαμβευτικά, με τη λάμψη στο πρόσωπο ενός Κολόμβου τη στιγμή της ανακάλυψης στεριάς στα δυτικά. «Οχι, δεν πονάω, γαργαλιέμαι!» απάντησα η σκληρή και άπονη ασθενής, αφήνοντάς τη να φύγει -απογοητευμένη κι αυτή.

 

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...