που λες, στη δουλειά φόραγα πάντα μπλέ και μου έγινε εμμονή αυτό το
χρώμα, σκούρο μπλέ, του ναυτικού, μπλέ μαρέν που λένε, και αυτό το μπλέ
καταμπλέ παντελόνι-πουλόβερ λεπτό με μια υποψία άσπρης φανελίτσας από
μέσα και φουλάρι μικρό με λίγο κόκκινο μέσα ή χωρίς φανελίτσα αλλά με
λιτή πανάκριβη καρφίτσα στο πλάι αριστερά συν τα γυαλάκια τα μισά, αυτά
που βλέπεις κοντά απομέσα τους και μακριά αποπάνω τους, να κρέμονται με
μωβ η τυρκουάζ κορδονάκι -μη το παραξηλώσουμε κιόλας με το
μπλε- και αυτή η "στολή" με βοήθαγε να δείχνω αυστηρή, πράγμα που
σιγοντάριζαν επιτυχώς οι γκαρδιακοί μου συνέταιροι προς τους πελάτες ή
και φυτευτούς "συνέταιρους" άμα λάχαινε και κάναν πως τάχα με φοβούντανε
και αργούσα λιγουλάκι (όσο χρειαζόταν, μη βαρεθούνε κιόλας) τόσο ώστε
να είναι στην τσίτα που λένε μέχρι να σκάσω μύτη στο μίτινγκ και
σηκωνόντουσαν όλοι όρθιοι με σεβασμό -γελώντας από μέσα τους οι
γκαρδιακοί και σιχτιρίζοντας οι λοιποί- και αυτό το πράγμα λέγεται
σοβαρότητα βεβαίως, γιατί πώς αλλιώς θα ήμουν σοβαρή στη δουλειά μου;
πραγματικά σοβαρή, όχι παίζουμε!
Κυριακή, Ιανουαρίου 07, 2018
Κυριακή, Δεκεμβρίου 17, 2017
438. ο ρήτορας
Κάποια στιγμή, αποφάσισε να γίνει ρήτορας. Με πολύ κόπο βελτίωσε το γο του και το θίγμα του και όταν ένιωσε έτοιμος ανέβηκε στο βήμα να μιλήσει, να ρητορεύσει δηλαδή. Η βελτίωση της άρθρωσης όμως δεν είναι το μοναδικό προσόν ενός ρήτορα και αυτό το κατάλαβε αφού κατέβηκε από το βήμα λουσμένος ζαρζαβατικά. Από τότε αποφάσισε να ρητορεύει σε προσεκτικά επιλεγμένο κοινό: απευθύνεται μόνο σε φίλες και φίλους. Το χειροκρότημα πάει σύννεφο λοιπόν και είναι κατενθουσιασμένος!
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 15, 2017
437. Εκτορίνα
ο Εκτωρ, πριν τον βαφτίσω έτσι, ήταν ένα ψοφόσκυλο που τριγύρναγε στα
χωράφια της Φραγκόκκλησας και μετριούνταν τα πλευρά του από την αδυναμία
και το μαδημένο του τρίχωμα τον έκανε να μοιάζει με ψωριάρη. Παρακάλεσα
την Αρετή να τον υιοθετήσουμε, να του ρίχνει τίποτα αποφάγια δηλαδή για
να στανιάρει. Ετσι κι έγινε και πολύ διακριτικά μάλιστα, μη το πάρουν
μυρωδιά οι μεγάλοι, ιδίως η μάνα μου, που, για κάποιον απροσδιόριστο
λόγο, μισούσε τα σκυλιά. Ο Εκτωρ λοιπόν, άρχισε να καλοπερνάει
με την τροφοδοσία της Αρετής και τα κρυφά χάδια που του χάριζα μόλις
έβρισκα ευκαιρία, μέχρι που μας έκανε τη λαχτάρα και.. γέννησε! Μάλιστα.
Ο Εκτωρ προέκυψε Εκτορίνα! Το δυστύχημα είναι ότι το πήρε χαμπάρι ο
σπιτονοικοκύρης κι έρριξε τα εφτά κουτάβια σε ένα βαρέλι με νερό και τά
'πνιξε. Η Εκτορίνα δυστυχισμένη έκλαιγε χωμένη σε ένα παραδιπλανό
βαρέλι, έκλαιγα και 'γώ, έκλαιγε κι η Αρετή. Τα κουτάβια τα θάψαμε στο
νεκροταφείο των πουλιών, εκεί που θάβαμε τα ψόφια πουλάκια, στη συστάδα
των κυπαρισσιών. Οι γονείς δεν πήρανε χαμπάρι από όλη αυτή την ιστορία,
ήμουν σίγουρη γι αυτό τότε, αλλά σήμερα που το ξανασκέφτομαι διατηρώ
αμφιβολίες. Ισως δεν θέλησαν να ανακατευτούν, μια και όταν θα το έμαθαν
το συμβάν θα ήταν λήξαν.
______________
στη φωτό είναι ο Blue με τα γαλάζια μάτια, που πάνε χρόνια που μας άφησε για να πάει στον Παράδεισο των σκυλιών.
______________
στη φωτό είναι ο Blue με τα γαλάζια μάτια, που πάνε χρόνια που μας άφησε για να πάει στον Παράδεισο των σκυλιών.
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 11, 2017
436. Ο Ματσοντάλες
Ηταν ένας τύπος με καρό πουκαμισάκι στο καταχείμωνο, που γύρναγε στα
μαγαζιά της Πλάκας ανάμεσα στα τραπέζια με βήμα χορευτικό, απομεινάρι
μιας πολυομυελίτιδας μάλλον, πουλώντας φυστίκια αιγινίτικα ζεστά ζεστά
φρεσκοκαβουρδισμένα. Αφηνε μια χουφτίτσα πάνω στο τραπέζι για δοκιμή και
επέστρεφε για να πουλήσει -μια και δύσκολα αντιστεκόσουν στην υπέροχη
γεύση τους- ένα (τουλάχιστον) διαφανές σακούλι στενόμακρο, που έμοιαζε
με μικρό βλήμα, γεμάτο φυστίκια. Το σακούλι ήταν δεμένο με κόκκινη κορδελιτσα, άλλη μια σαγηνευτική λεπτομέρεια.
Τον φωνάζαν "Ματσοντάλες" ίσως από τη μπερδεμένη ομιλία του, που -χαμηλόφωνα- διαλαλούσε την πραμάτεια του με μια λέξη που έμοιαζε με το παρανόμι που του είχαν δώσει. Κάπου κάπου, κάνας χλεχλές, τού 'δινε καμιά καρπαζιά, χαϊδευτική ή πιο γερή, στο σβέρκο και ο Ματσοντάλες γέλαγε με ένα χαζό χαμόγελο και πήγαινε στο επόμενο τραπέζι κι όταν άδειαζε το πλατύ και ρηχό του καλάθι, έβγαινε από το μαγαζί και ξαναρχόταν με ανανεωμένο το εμπόρευμα.
Μια φορά, τον παρακολουθήσαμε να δούμε πού είναι η βάση του ανεφοδιασμού και τον είδαμε να ανοίγει το καπό μιας πολυτελούς ολόμαυρης μερσεντές, που ήταν γεμάτο σακούλια με φυστίκια. Ματσωμένος ο Ματσοντάλες ή δούλευε για λογαριασμό άλλων; Ποιος ξέρει... Κάποια στιγμή, χάθηκε από την πιάτσα και κάποιοι είπαν ότι δολοφονήθηκε.
Τον θυμήθηκα επειδή ετοιμάζω ένα δεματάκι που θα έχει μέσα και φυστίκια αιγινίτικα και σκέφτηκα ότι την υπέροχη γεύση των φυστικιών του Ματσοντάλες δεν την έχω πετύχει πουθενά μέχρι τώρα! Ανυπέρβλητη!
Τον φωνάζαν "Ματσοντάλες" ίσως από τη μπερδεμένη ομιλία του, που -χαμηλόφωνα- διαλαλούσε την πραμάτεια του με μια λέξη που έμοιαζε με το παρανόμι που του είχαν δώσει. Κάπου κάπου, κάνας χλεχλές, τού 'δινε καμιά καρπαζιά, χαϊδευτική ή πιο γερή, στο σβέρκο και ο Ματσοντάλες γέλαγε με ένα χαζό χαμόγελο και πήγαινε στο επόμενο τραπέζι κι όταν άδειαζε το πλατύ και ρηχό του καλάθι, έβγαινε από το μαγαζί και ξαναρχόταν με ανανεωμένο το εμπόρευμα.
Μια φορά, τον παρακολουθήσαμε να δούμε πού είναι η βάση του ανεφοδιασμού και τον είδαμε να ανοίγει το καπό μιας πολυτελούς ολόμαυρης μερσεντές, που ήταν γεμάτο σακούλια με φυστίκια. Ματσωμένος ο Ματσοντάλες ή δούλευε για λογαριασμό άλλων; Ποιος ξέρει... Κάποια στιγμή, χάθηκε από την πιάτσα και κάποιοι είπαν ότι δολοφονήθηκε.
Τον θυμήθηκα επειδή ετοιμάζω ένα δεματάκι που θα έχει μέσα και φυστίκια αιγινίτικα και σκέφτηκα ότι την υπέροχη γεύση των φυστικιών του Ματσοντάλες δεν την έχω πετύχει πουθενά μέχρι τώρα! Ανυπέρβλητη!
Τρίτη, Νοεμβρίου 28, 2017
435. Η κυρία Μαριγούλα
Η κυρία Μαριγούλα εμπορευόταν διάφορα υφάσματα, εσώρουχα και είδη
σπιτιού -κουρτίνες, κλπ. Πήγαινε σε αποθήκες, έβρισκε φτηνά και καλής
ποιότητας πράγματα, αλλά περασμένης μόδας, και γύρναγε στις γειτονιές
της Αθήνας πλασάροντάς τα. Πούλαγε με δόσεις. Ετρεχε όλη μέρα και τα
βράδια την άραζε στο σπίτι με τον άντρα και τα παιδιά της. Ο άντρας
ψιλοάχρηστος για δουλειά, τον είχε βρει θραύσμα όλμου στο κεφάλι και το
μόνο που έκανε καλά ήταν να πίνει και να λέει παιδικά ανέκδοτα. Το
νοικοκυριό το κράταγε μια θειά που είχε έρθει από το χωριό για ένα
κομμάτι ψωμί. Σιγά σιγά, οι δουλειές πήγαν καλύτερα και η κυρία
Μαριγούλα μπήκε συνέταιρος σε ένα μαγαζάκι κάπου στην Ερμού, σε μια
στοά. Εκεί τη βρίσκανε πλέον οι πελάτισσες. Το τρέξιμο δεν σταμάτησε,
μάλλον πολλαπλασιάστηκε, επειδή το μαγαζί είχε πάγια έξοδα. Προσπάθησε
να βάλει το γιο της στη δουλειά, αλλά ήταν αγγούρι το παιδί, δεν έκανε
για εμπόριο, δεν είχε θάρρος και λέγειν. Η κόρη πήγαινε σχολείο, αλλά
στούρνος επίσης κι αυτή. Τελοσπάντων, με τα πολλά, κατάφερε η κυρία
Μαριγούλα να αποκαταστήσει τα παιδιά της, μέσω γνωριμιών φυσικά: ο γιος
στο δημόσιο κλητήρας και η κόρη παντρεμένη με ένα καλό παιδί. Ετσι, η
κυρία Μαριγούλα έκλεισε το μαγαζί, σταμάτησε το τρέξιμο και πέθανε.
Κάπως έτσι πάνε τα πράγματα και με την Ελλάδα. Αν τη βάλεις στη θέση της
κυρίας Μαριγούλας, θα πιάσεις το νόημα.
Σάββατο, Οκτωβρίου 21, 2017
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 14, 2017
433. Η οπτική γωνία και ο Αφέντης Πολυροβυθάς
Οπτική γωνία είναι η γωνία υπό την οποίαν μπορείς να δεις τα
πράγματα. Η οπτική γωνία διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο κι από μάτι σε
μάτι. Αλλιώς βλέπεις τα πράγματα εσύ κι αλλιώς τα βλέπει κάποιος άλλος.
Αλλιώς τα βλέπεις με το μάτι το δεξί κι αλλιώς με το αριστερό.
Για να το καταλάβεις, θα σου θυμίσω το παραμυθάκι του "Αφέντη Πολυροβυθά", του κακομοίρη που εκράταγε ένα ρεβύθι κάνοντας όνειρα ότι θα σιάξει χωράφια και χωράφια καλλιεργώντας τις σοδιές απο ρεβύθια που θα γεννούσε αυτο το ρεβυθάκι και που, όταν τον εβάλανε να κοιμηθεί σε τσαλακωμένο κρεββάτι εστριφογύρναγε ολονυχτίς και δεν έκλεισε μάτι ψάχνοντας το ρεβύθι του ανάμεσα στις ζάρες, αλλά την άλλη νύχτα εκοιμήθηκε σαν πουλάκι γιατί τον εβάλανε σε πουπουλένιο στρώμα κι ατσαλάκωτα σεντόνια και δεν τό 'ψαχνε το ρεβύθι του κι αν του ξαγλιστρούσε λιγάκι, ε, με μια ελαφριά κίνηση, τό 'βρισκε ξανά στη χούφτα του και συνέχιζε τον μακάριο ύπνο.
Ο Πολυροβυθάς έβλεπε τα πράγματα από τη δική του σκοπιά, από τη σκοπιά μη τυχόν χάσει το ρεβύθι του, που ήταν η μοναδική του περιουσία, δηλαδή.
Οι άλλοι το βλέπαν το πράγμα αλλιώς, σύμφωνα με τις δικές τους εμπειρίες και προσλαμβάνουσες, που λένε. Πως δηλαδή εστριφογύρναγε στο κρεββάτι επειδή ήτουνε καλομαθημένος, άρα πλούσιος και πως ήθελε καθαρά και καλοσιδερωμένα στρωσίδια για να κοιμηθεί ήσυχα.
Ετσι, την έκανε την τύχη του ο Πολυροβυθάς! Μια και τον ενομίσανε πλούσιο που για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο παράσταινε το φτωχό, τον εσιάξανε στα μέτρα των πλουσίων, του δώκανε σπίτια και χωράφια και άμαξες και βολεύτηκε ο φτωχός ο ανθρωπάκος, φύτεψε το ρεβύθι του κι άλλα πολλά ρεβύθια, έκανε οικογένεια με πολλά παιδάκια Πολυροβυθάκια κι έζησε αυτός καλά κι εμείς.. άστα να πάνε!
Αν αυτοί οι "άλλοι" είχανε ή μπορούσανε να δουν τις εμπειρίες του Πολυροβυθά, θα τον επετάγανε απο την αρχή με τις κλωτσιές και αν ο Πολυροβυθάς είχε τις εμπειρίες των πλουσίων, δε θα τόλμαγε καν να χτυπήσει την πόρτα τους. Ετσι δεν ειναι; Ισως όμως και να κάνω πάλι λάθος...
Για να το καταλάβεις, θα σου θυμίσω το παραμυθάκι του "Αφέντη Πολυροβυθά", του κακομοίρη που εκράταγε ένα ρεβύθι κάνοντας όνειρα ότι θα σιάξει χωράφια και χωράφια καλλιεργώντας τις σοδιές απο ρεβύθια που θα γεννούσε αυτο το ρεβυθάκι και που, όταν τον εβάλανε να κοιμηθεί σε τσαλακωμένο κρεββάτι εστριφογύρναγε ολονυχτίς και δεν έκλεισε μάτι ψάχνοντας το ρεβύθι του ανάμεσα στις ζάρες, αλλά την άλλη νύχτα εκοιμήθηκε σαν πουλάκι γιατί τον εβάλανε σε πουπουλένιο στρώμα κι ατσαλάκωτα σεντόνια και δεν τό 'ψαχνε το ρεβύθι του κι αν του ξαγλιστρούσε λιγάκι, ε, με μια ελαφριά κίνηση, τό 'βρισκε ξανά στη χούφτα του και συνέχιζε τον μακάριο ύπνο.
Ο Πολυροβυθάς έβλεπε τα πράγματα από τη δική του σκοπιά, από τη σκοπιά μη τυχόν χάσει το ρεβύθι του, που ήταν η μοναδική του περιουσία, δηλαδή.
Οι άλλοι το βλέπαν το πράγμα αλλιώς, σύμφωνα με τις δικές τους εμπειρίες και προσλαμβάνουσες, που λένε. Πως δηλαδή εστριφογύρναγε στο κρεββάτι επειδή ήτουνε καλομαθημένος, άρα πλούσιος και πως ήθελε καθαρά και καλοσιδερωμένα στρωσίδια για να κοιμηθεί ήσυχα.
Ετσι, την έκανε την τύχη του ο Πολυροβυθάς! Μια και τον ενομίσανε πλούσιο που για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο παράσταινε το φτωχό, τον εσιάξανε στα μέτρα των πλουσίων, του δώκανε σπίτια και χωράφια και άμαξες και βολεύτηκε ο φτωχός ο ανθρωπάκος, φύτεψε το ρεβύθι του κι άλλα πολλά ρεβύθια, έκανε οικογένεια με πολλά παιδάκια Πολυροβυθάκια κι έζησε αυτός καλά κι εμείς.. άστα να πάνε!
Αν αυτοί οι "άλλοι" είχανε ή μπορούσανε να δουν τις εμπειρίες του Πολυροβυθά, θα τον επετάγανε απο την αρχή με τις κλωτσιές και αν ο Πολυροβυθάς είχε τις εμπειρίες των πλουσίων, δε θα τόλμαγε καν να χτυπήσει την πόρτα τους. Ετσι δεν ειναι; Ισως όμως και να κάνω πάλι λάθος...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






This is a FunEL









