Κυριακή, Απριλίου 24, 2016

423. επίμονη ασυναρτησία



Και όμως, επιμένω
επιμένω να μπλογγέρνω
συνεπώς να μπλογγέρνω
να γέρνω χωρίς να τον παίρνω
και ποιον να πάρω;
το Μήτσο τον ασίκη, το καραμπουζουκλή;
αλλά και να τον έπαιρνα, πού να τον έβαζα;
στο βάζο
-ή και στο βγάζω μπορεί-
αλλά στα βάζα μαρμελάδες
-κομμένα τα λουλούδια-
(τα λυπάμαι και δεν τα κόβω πια)
Επιμένω λοιπόν, επιμένω
ασυνάρτητα σχόλια κάνω
τριγυρίζω χωρίς να πλανιέμαι
με καλούν και αρνιέμαι
σταρ δεν είμαι και ούτε θα γίνει
παραμύθι ζωή, παραμύθι
και αστείο μπορεί,
και αστείο δικό μου,
ό,τι θέλω τη κάνω
να γελάς, να γελάς
όταν πεθάνω

Δευτέρα, Απριλίου 04, 2016

422. μαθήματα παιχνιδοποιητικής -01














1. παίζουμε σκραμπλ, κατά προτίμηση μονοι με τον εαυτό μας
2. γράφουμε τις λέξεις που σχηματίστηκαν οριζοντίως και καθέτως
3. αρχίζουμε να παίζουμε με αυτές, χρησιμοποιώντας τις είτε αυτούσιες (όπως είναι στο παιχνίδι) είτε παράγωγά τους, φροντίζοντας να βγαίνει κάποιο νόημα -που σίγουρα βγαίνει, το σκασμένο!

στο παράδειγμα, η πρώτη εικόνα περιέχει τις λέξεις:
ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ:
ΦΕΞΗ, ΖΩΝΕΣ, ΕΓΚΑΥΜΑΤΙ, ΑΡΤΙ, ΕΤΗ, ΠΡΟΣΧΩΣΗ, ΣΤΥΣΗ, ΙΚΑΝΟΙ, ΨΑΛΤΗΡΙΩΝ, ΕΝΔΥΜΑΤΟΣ
ΚΑΘΕΤΑ: 
ΦΡΕΝΑΠΑΤΕΣ, ΣΤΕΝΟΥ, ΑΙΜΑ, ΒΑΤΡΑΧΟΠΕΔΙΛΑ, ΚΛΙΤΟΣ, ΑΥΡΙΟ, ΩΜΗΝ, ΕΓΩΠΑΘΗΣ, ΚΙΟΝΟΣ

Τις παίρνουμε και τους αλλάζουμε τα φώτα, ξεκινώντας απο τον τίτλο κατά προτίμηση:

φρεναπάτη βατραχοπεδίλου ή/και η στενή ζώνη του αίματος (διαλέγουμε και παίρνουμε, εδώ διαλέγω το πρώτο και συνεχίζω)


Ετη προσχώσεων φέγγουν
σε κλίτη εγωπαθών ψαλτηρίων
άρτι ενδυθέντα κίονας στενούς
και ζώνας ωμού αίματος
ικανάς αυριανών στύσεων
και εγκαυμάτων

ή απλούστερα - εκδημοτικισμένα:

Φεγγοβολούν τα χρόνια τα κουκουλωμένα με χώμα (σαν μπαλώματα σε λάκκους, να μη τα θυμόμαστε)
στα κλίτη των εγωπαθών ψαλτάδων (πολιτικών, κλπ, παραγόντων)
που μόλις φόρεσαν  στενά μπατζάκια (μοντέρνα, φράγκικα)
και ζώνες βουτηγμένες σε ωμό αίμα (της παιδικής εργασίας)
ικανές για μελλοντικές στύσεις (στα χρηματιστήρια)
και εγκαύματα (από βομβαρδισμούς)

η δεύτερη εικόνα:
ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ:
ΕΚΟΨΑΜΕΝ, ΑΗΔΟΝΙΑ, ΕΖΩΣΑΝ ΘΕΛΓΗΤΡΟ, ΑΠΟΔΕΚΤΗ, ΚΤΗΜΑ, ΣΤΙΓΜΑΤΑ, ΦΥΣΗΣ, ΑΒΡΑΣΤΟΙ
ΚΑΘΕΤΑ:
ΞΕΧΡΕΩΣΑ, ΚΟΥΝΙΑ, ΜΗΤΕΡΑ, ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΑ, ΕΠΑΝΕΛΘΗ, ΣΟΦΙΑΙ, ΣΙΓΗ, ΜΑΣ, ΟΥΡΑΝΙΟΥΣ

ουράνιες κούνιες

Μητέρα, μας ζώνουν αηδόνια!
Στίγματα της Φύσης,
με άβραστα θέλγητρα (καλύτερα θα ήταν τα... νερόβραστα!)
αποδέχονται τα κτήματα
Ξεχρεώνοντας τη σιγή και τη σοφία
το ελικόπτερο θα επανέλθη

κλπ κλπ... προσπάθησε με την τρίτη εικόνα.. είναι σχεδόν έτοιμη από μόνη της!

ΟΡΙΖΟΝΤΑ:
ΚΤΗΝΙΑΤΡΟΣ, ΚΟΥΤΑΛΑΣ, ΕΥΛΗΠΤΟΙ, ΓΟΥΝΑΡΙΚΑ, ΑΓΡΙΜΙΩΝ, ΕΞΩ, ΔΗ, ΕΥΠΙΣΤΑ, ΨΑΘΑ, ΗΜΙΦΩΤΟΣ
ΚΑΘΕΤΑ:
ΛΑΚΚΟΥΒΕΣ, ΕΔΡΑ, ΕΠΕΣΑ, ΚΑΛΠΗΣ, ΣΕ, ΟΜΑΔΑΡΧΗ, ΥΕΤΟΥ, ΓΗ, ΠΟΝΗΡΕΜΕΝΗ, ΚΙΩΝ, ΣΤΟΙΒΑΖΑ,

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 03, 2015

421. Το Τζοκοντάκι

Ελλειψα για λίγο. Τις είχα αφήσει μόνες να παίζουν στο παλιό σπίτι. Ημουν ήσυχη, επειδή τα ξέρω τα παιδιά μου. Γύρισα και τις βρήκα να μασκαρεύονται σκασμένες στα γέλια. Δεν ήταν η πρώτη φορά που αντίκρυζα τόση χαρά στα προσωπάκια τους, αλλά ήταν η πρώτη φορά που σκέφτηκα να τα απαθανατίσω, να παγώσω αυτή τη χαρούμενη στιγμή. Στη βράση κολλάει το σίδερο, καθώς λέει η παροιμία. Ετρεξα και πήρα τη μηχανή και να το αποτέλεσμα! Συγκινούμαι πολύ κάθε φορά που βλέπω αυτή τη φωτογραφία. Το μυστηριώδες χαμόγελο ικανοποίησης απο τη μικρή -σκέτο Τζοκοντάκι!- και το πλατύ φωτεινό γέλιο της μεγάλης, σαν να λέει "κοίταξε μαμά τι καλά που τα κατάφερα!"

Τετάρτη, Οκτωβρίου 29, 2014

420. Οι πράξεις μετράνε

Ετσι του είπε, "οι πράξεις μετράνε", κι αυτός πίστευε το ίδιο, για τούτο κι έκανε την υπέρτατη πράξη, πήγε και τη συνάντησε και της μίλησε για την κόρη της και πόσο την αγαπάει και πόσο πονά που χωρίσανε και πως τώρα -άραγε να βρίσκεται στο "και πέντε";- βλέπει επιτέλους τη σχέση τους σοβαρά... Κι αυτή η γριούλα του είπε "οι πράξεις μετράνε", ενώ λίγο νωρίτερα του είχε πει πως δεν της αρέσει να ανακατεύεται στις σχέσεις των άλλων και πως σκεφτόταν να μην αναφέρει την επίσκεψή του στην κόρη της, οπότε, η πράξη του, αυτή η πράξη που χρειάστηκε όλο του το κουράγιο για να γίνει, θα έμενε άγνωστη, θα σβηνόταν, θα πήγαινε άπατη, ούτε καν θα αναφερόταν.

Εφυγε απελπισμένος, μετά από μια παρατεταμένη χειραψία, όπου το παγωμένο του χέρι με τα δάχτυλα τεντωμένα, ξερό σχεδόν, είχε μείνει ανάμεσα στα παχουλά και ζεστά χέρια της γριούλας που προσπαθούσε κάτι να του πει, ασυναρτησίες μάλλον ή προσπάθεια να τον παρηγορήσει για το χωρισμό του με την κόρη της, ενόσω προσπαθούσε ταυτόχρονα να συλλάβει το βλέμμα του που έπαιζε αριστερά-δεξιά κρύβοντας τη σκέψη του που όμως τελικά δεν άντεξε και εκφράστηκε «δεν καταλαβαίνω πραγματικά γιατί ήρθα εδώ».

Εκείνη του είπε «το σπίτι μου είναι ανοιχτό, να έρχεσαι όποτε θέλεις παιδί μου, και με την κόρη μου ή και χωρίς αυτήν», αυτός άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα, εκείνη έκλεισε την εξώπορτα και γύρισε στον καναπέ της φέρνοντας στο νου το τελευταίο δεκάλεπτο που είχε ενσκήψει στη ζωή της.

Πρώτα ακούστηκε το κουδούνι της κάτω πόρτας.
--Ποιος είναι; ρώτησε.
--Ο Χρήστος, ο φίλος της κόρης σας, της Εβελίνας.
--Ελα παιδί μου, στο τέταρτο, απάντησε ενώ σκεφτόταν το χάλι ακαταστασίας που βρισκόταν το σπίτι, ακόμα και η μπουγάδα βρισκόταν στο χωλ, τα ρούχα στην απλώστρα λόγω κακοκαιρίας.

Φορούσε τη ρόμπα της που την έκανε να μοιάζει με πολική αρκούδα, μια και είχε βραδιάσει πια κι ετοιμαζόταν να βάλει νερό για τσάι. Αυτό είπε και στον καλοφτιαγμένο νεαρό που αντίκρυσε στο άνοιγμα της πόρτας «θα πιεις ένα τσαγάκι; μόλις θα ετοίμαζα ένα γι μένα, δεν είναι κόπος» αλλά εκείνος στεκόταν μετέωρος στο άνοιγμα, αμήχανος και χαμένος.

--Ηρθα να σας πω κάτι. Μήπως είναι αργά; μήπως δεν είναι κατάλληλη στιγμή; είπε με φανερό άγχος.
--Πράγματι, όχι και τόσο κατάλληλη, το σπίτι είναι άνω-κάτω! απάντησε χαρωπά με διάθεση να σατιρίσει την ολοφάνερη ακαταστασία.
--Να φύγω τότε... να έρθω μιαν άλλη φορά...
--Οχι, όχι, πέρασε!
--Να σας το πω εδώ γρήγορα...

Εκείνη έκλεισε απαλά την πόρτα και τον οδήγησε μαλακά προς το σαλόνι. Εκείνος έψαχνε πού να σταθεί.

--Ελα, κάθησε πλάι μου, στον καναπέ.

Εκείνος κάθησε.

--Λοιπόν;.. Θέλεις να μου πεις κάτι...
--Ναι.. Θα ξέρετε πως με την Εβελίνα...
--Ναι, ξέρω πως χωρίσατε...
--Αλλά, τι να σας λέω τώρα... πόσο αγαπάω την κόρη σας... δεν αντέχεται τόσος πόνος... τώρα βλέπω το πράγμα σοβαρά... αλλά μάλλον είναι αργά... βρίσκομαι στο "και πέντε"...

Εκείνη δεν ήξερε τί να κάνει. Αρχισε να λέει ασυναρτησίες, παλιές εμπειρίες, είπε ότι μπορεί να νοιώσει τον πόνο του, ότι η ζωή δεν τελειώνει με ένα χωρισμό, και άλλα τετριμμένα παρόμοια, αφού πρώτα το είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν της αρέσει να ανακατεύεται στις σχέσεις των άλλων, ενώ μέσα της συμπλήρωνε «ακόμα και της κόρης μου, ιδίως της κόρης μου». Σκέφτηκε να το ξεκόψει από την αρχή, πως δε γινόταν να μεσολαβήσει να τα ξαναφτιάξουν και αν τυχόν είχει τέτοια σκέψη ο νεαρός να την έβγαζε από το κεφάλι του. Εκεί απάνω ξεφούρνισε και τη φράση «οι άνθρωποι συνηθίζουν να λένε λόγια, αλλά οι πράξεις μετράνε».

Προσπαθούσε να σπάσει τον πάγο με γενικόλογα, αλλά ο πάγος δεν έσπαγε. Του ζήτησε να της μεταφράσει τί έγραφε ένα φακελλάκι από αυτά που δίνουν στο αεροπλάνο και «προσπαθείτε να τσεκάρετε τα αγγλικά μου;» τη ρώτησε. «Πόση ανασφάλεια!» σκέφτηκε εκείνη χωρίς να απαντήσει ότι δεν ήξερε γρυ αγγλικά κι ότι θα παιδευόταν πολύ να διαβάσει τα ψιλά γραμματάκια με το μεγεθυνικό φακό και να ψάχνει μετά στο λεξικό, όπου και να μην υπήρχαν οι σχετικές λέξεις.

Εκείνος σηκώθηκε «άργησα, έτσι; ήρθα στο "και πέντε...» λέγοντας και προχώρησε προς την πόρτα.

Εκείνη δεν ήξερε τί να απαντήσει σχετικά με το "και πέντε" και συνέχισε να τον παρηγορεί με ασυναρτησίες. Μεταξύ άλλων, του είπε για τον άνθρωπο που έχει μέσα του και τα καλά και τα κακά στοιχεία κι ότι άμα ενισχύουμε τα καλά του στοιχεία του δίνουμε δύναμη να καταπολεμά τα άσχημα... κι άλλα τέτοια να του λέει χωρίς να κααταλαβαίνει το λόγο που τα έλεγε.

--Μήπως θέλεις να μείνει μεταξύ μας η συζήτηση; να μη μιλήσω στην Εβελίνα για την επίσκεψή σου; τον ρώτησε.
--Να μη μιλήσετε... δεν ξέρω... να μη μιλήσετε... απάντησε και «Ευχαριστώ που με δεχτήκατε» της είπε μόλις άνοιξε την πόρτα. Δεν καταλαβαίνω γιατί ήρθα. Πραγματικά.
--Το σπίτι μου είναι ανοιχτό, παιδί μου, και με και χωρίς την κόρη μου, του απάντησε κοιτάζοντάς τον που κατέβαινε τη σκάλα...

Μπήκε και ξανακάθησε στον καναπέ της συλλογισμένη. Να μιλήσει ή να μη μιλήσει; Σίγουρα όχι τώρα, βραδιάτικα. Σίγουρα όχι από το τηλέφωνο. Ηθελε να προστατέψει την κόρη της και ο καλύτερος τρόπος ήταν να γνωρίζει η κόρη της τί ακριβώς είχε συμβεί. Θα της τα έλεγε με το Νι και με το Σίγμα, άυριο-μεθαύριο που θα φρόντιζε να τη συναντήσει. Για τούτο, έπιασε χαρτί και μολύβι κι άρχισε να γράφει μη τυχόν και ξεχάσει τίποτε...

Σάββατο, Αυγούστου 02, 2014

419. Όνειρο (οπτική ποίηση)

Μεταφέρω από την ιστο σελίδα ISTROS: όπου μπορείς να το δείς κιόλας!
«Βρίσκομαι στην περίεργη θέση να... αυτοσχολιαστώ! Το όνειρο είναι εφιαλτικό και απορώ πώς το βρήκατε (μέχρι τώρα) όμορφο. Αρκούδες με κοφτερά δόντια, αράχνες, καλάμια που ουρλιάζουν, κλπ κλπ, άσε που δε "βγαίνει" το τελευταίο εικονόστιχο που απομυθοποιεί τα προηγούμενα ώστε να πείθει για το μέγεθος της ταλαιπωρίας του ύπνου...

Οι σκληροί στίχοι σε αντιδιαστολή με τα μαλακά πουπουλένια σύννεφα (κατά τη γνώμη και πρόθεσή μου) είναι αυτοί:

Είδα ένα όνειρο
ατημέλητες οπτασίες
κουρελιασμένα τούλια
μαλλιά αχυρένια
σκιάχτρα ονειρικά

Είδα ένα όνειρο
μανιασμένος αγέρας
θερίζει καλαμιές
σπασμένα καλάμια
ουρλιάζουν πονεμένα

Είδα ένα όνειρο
παγωμένες λίμνες
κατάλευκος πάγος
αρκούδες περπατούν
ακονισμένα δόντια

Είδα ένα όνειρο
σκονισμένα τοπία
κάδρα από μαόνι
καναπέδες σκοτεινοί
καραδοκούν αράχνες

Είδα ένα όνειρο
τώρα ξύπνησα
ανοίγω το παράθυρο
το όνειρο βγαίνει
φεύγει πετώντας

Είναι μέρα
χωρίς όνειρο
το όνειρο επιστρέφει
πάντα βράδυ
πάντα με το τρένο»
________________
Διαβάστε περισσότερα: http://www.flytoistros.com/modules.php?name=News&file=article&sid=461#ixzz39FjcLleH (δυστυχώς τίποτα δεν είναι αθάνατο --ούτε στο διαδίκτυο)

Σάββατο, Μαΐου 31, 2014

418. Επρεπε να είχα πεθάνει

Τότε που χόρευες πάνω στο τραπέζι σκίζοντας τα ρούχα σου
Τότε που πέταγες τα κουρέλια τους στο πάτωμα
Τότε που ζητιάνευες ένα βλέμμα μου
Τότε που σε κοίταζα κι έτρεμα
-μ’ έσφαζε η φτιάξη κι η ματιά σου-
Τότε που όταν με κοίταζες έβλεπα τα σωθικά της γης
-πύρινο το βλέμμα σου και μ’ έκαιγε-
Τότε που τραγουδάγαμε σκνίπα στο μεθύσι
-το κρασί μας μέθαγε ή ο πόθος;-
Τότε που σφυρίζαμε μια νύχτα χειμωνιάτικη σε μιαν αδειανή πλατεία
Τότε που ο άνεμος μας έδενε σφιχτά σε μια κουπαστή
Τότε που μπερδεύονταν τα μαλλιά μας και βρέχονταν με αλμύρα τα πρόσωπα
Τότε που ταξιδεύαμε με τις ώρες προς άγνωστη κατεύθυνση
Τότε που η σιωπή μας ψιθύριζε τα ωραιότερα τραγούδια για τη ζωή
Τότε που η άμμος χρύσιζε στο ηλιοβασίλεμα
κι οι πάνινες καρέκλες βούλιαζαν μαζί μας
αργά αργά στην ορμή των κυμάτων.

Ναι, έπρεπε να είχα πεθάνει. Τότε. Τότε ακριβώς. Τότε.
________________________________
ΣΗΜ.1. πρόκειται για παλιά ανάρτηση εδω και... τότε: 16-01-2005/21:21μ.μ.posted by rodia at Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2005 3:20 πμ
ΣΗΜ.2. ξαναδιαβάζω μετά από χρόνια και το βρίσκω εντελώς γιούχου.. τί μπορει να γράψει κανείς άμα είναι ντέφι.. απίστευτο λέμε! δεν με αναγνωρίζω.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...